Στην εποχή της τεχνολογίας, όπου οι οθόνες φωτίζουν τις νύχτες μας και οι ήχοι διαπερνούν τον αέρα σαν ηλεκτρικοί παλμοί, ούτε ο κόσμος των τυχερών παιχνιδιών έμεινε ανεπηρέαστος. Στις αμέτρητες ψηφιακές αίθουσες, εκεί όπου τα φώτα αναβοσβήνουν και οι παίκτες κυνηγούν την τύχη τους, η μουσική ρέει αδιάκοπα· άλλοτε υπόγεια, σαν μυστική υπόσχεση, κι άλλοτε εκρηκτική, σαν κάλεσμα σε μια ακόμη παρτίδα. Κάθε ήχος, κάθε ρυθμός, αντανακλά τις επιθυμίες και τις φαντασιώσεις ενός κόσμου που δεν παύει να ελπίζει.
Κι όμως, πολύ πριν από τις οθόνες και τα ηλεκτρονικά κουμπιά, ο τζόγος είχε ήδη γίνει μούσα. Η ρουλέτα, τα χαρτιά, το καζίνο — όλα αυτά τα σύμβολα της τύχης και της απώλειας — υπήρξαν για αιώνες υλικό έμπνευσης για τους συνθέτες.
Ο Πιότρ ΊλιτςΤσαϊκόφσκι (1840–1893), με την ευαισθησία και το πάθος που τον χαρακτήριζαν, έγραψε την «Ντάμα Πίκα», (The Queen of Spades), μια όπερα όπου η μοίρα παίζει τα δικά της παιχνίδια. Στην ιστορία του Πούσκιν βρήκε έναν κόσμο όπου η επιθυμία γίνεται εμμονή και η τύχη μετατρέπεται σε κατάρα. Η άρια της τρίτης πράξης, «Τι είναι η ζωή μας; Ένα παιχνίδι», μοιάζει να αιωρείται ακόμη πάνω από τα τραπέζια των καζίνο, σαν μια υπενθύμιση ότι όλα μπορούν να χαθούν μέσα σε μια στιγμή.
Ο Σεργκέι Προκόφιεφ (1891-1953), πιο κοφτερός, πιο ειρωνικός, έπλασε τον «Παίχτη» του Ντοστογιέφσκι με μουσικές γραμμές που πάλλονται από αγωνία. Στην όπερα αυτή, η νίκη και η ήττα δεν είναι απλώς αποτελέσματα· είναι συναισθήματα που αφήνουν σημάδια. Το ντουέτο του στρατηγού με τον μαρκήσιο στην Τρίτη Πράξη μοιάζει με εξομολόγηση ανθρώπων που έχασαν όχι μόνο τα χρήματά τους, αλλά και τον ίδιο τους τον εαυτό.
Ο Ίγκορ Στραβίνσκι (1882-1971), με το νεοκλασικό του βλέμμα, δημιούργησε το μπαλέτο «Χαρτοπαίγνιο» (Jeu de cartes, Card Game) . Εκεί, ο Τζόκερ — ένας απατεώνας, ένας μεταμορφιστής, ένας μικρός θεός της απάτης — κινείται ανάμεσα σε Βασίλισσες και Άσσους, σε παίκτες και πιόνια. Το έργο του θυμίζει πως ακόμη και τα πιο ισχυρά χαρτιά μπορούν να νικηθούν από ταπεινούς αντιπάλους· όπως ακριβώς συμβαίνει και στη ζωή, όπου η ισχύς δεν εγγυάται ποτέ τη νίκη. Το έργο αποτελείται από τρεις σκηνές, τις οποίες ο συνθέτης ονόμασε «μοιράσματα», και διαρκεί περίπου 25 λεπτά.
Stravinsky: Jeu de Cartes (Abbado)
Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, ο William Bolcom (γεν. 1938) έγραψε το μιούζικαλ «Casino Paradise», έναν μικρό καθρέφτη της αμερικανικής εμμονής με το παιχνίδι. Τα τραγούδια του, με στίχους του Arnold Weinstein, περιγράφουν με χιούμορ και πίκρα όσα συμβαίνουν πίσω από τα φώτα των καζίνο — τις ελπίδες, τις αυταπάτες, τις μικρές καθημερινές τραγωδίες.
Ας ακούσουμε μερικά από αυτά τα τραγούδια.
Ο Ροσσίνι, πιο πρακτικός, έστησε καζίνο μέσα στο ίδιο του το θέατρο, παντρεύοντας τα δύο πάθη του: τη μουσική και τα χαρτιά.
Ο Παγκανίνι, με τη δαιμονική του δεξιοτεχνία, έχασε κάποτε τόσα πολλά που αναγκάστηκε να πουλήσει το ίδιο του το βιολί πάνω στο πράσινο τραπέζι.
Και στη σύγχρονη εποχή, όπου η φήμη λάμπει αλλά και βαραίνει, πολλοί καλλιτέχνες — από τον Φρανκ Σινάτρα μέχρι τον Λέμυ Κίλμιστερ — βρήκαν στον τζόγο μια διέξοδο από το άγχος, μια στιγμή λήθης. Κάποιοι χαλάρωσαν· άλλοι χάθηκαν.
Οι μουσικοί —ιδίως της ροκ, τζαζ και ραπ— συχνά αντιμετωπίζουν έντονο άγχος λόγω των οικονομικών τους, της φήμης και της δημόσιας εικόνας που καλούνται να διατηρήσουν.
Ίσως τελικά ο τζόγος και η μουσική να μοιράζονται κάτι βαθύτερο: και οι δύο υπόσχονται μια στιγμή υπέρβασης, μια αναμέτρηση με την τύχη, μια μικρή έκρηξη ελευθερίας. Και στις δύο, ο άνθρωπος παίζει — άλλοτε με νότες, άλλοτε με χαρτιά — προσπαθώντας να νικήσει για λίγο το βάρος της πραγματικότητας.
ΠΗΓΕΣ
Wikipedia
redspins
metropera
Andro







