Κυριακή 8 Μαρτίου 2026

Aurora Leigh

 Το Aurora Leigh της Elizabeth Barrett Browning είναι ένα από τα πρώτα μεγάλα έργα που διεκδικούν για τη γυναίκα το δικαίωμα να δημιουργεί, να αποφασίζει και να ζει με βάση τη δική της φωνή. Είναι ένα ποιητικό μανιφέστο για την αυτονομία και την αξιοπρέπεια — και γι’ αυτό παραμένει επίκαιρο κάθε 8 Μαρτίου.

Elizabeth Barrett Browing: AURORA  LEIGH


Η Elizabeth Barrett Browning  (6 Μαρτίου 1806 - 29 Ιουνίου 1861) υπήρξε μία από τις σημαντικότερες ποιήτριες της βικτωριανής εποχής, γνωστή για την πνευματικότητα, την κοινωνική της ευαισθησία και τον βαθύ λυρισμό της. Η ζωή της σημαδεύτηκε από χρόνια ασθένεια, αλλά και από έναν από τους πιο θρυλικούς λογοτεχνικούς έρωτες: τη σχέση και τον γάμο της με τον ποιητή Robert Browning. 

Τι είναι  το Aurora Leigh;
Ένα φεμινιστικό έπος σε ποιητική μορφή, που συνδυάζει: αυτοβιογραφία, κοινωνική κριτική, αισθητική θεωρία, και μια ιστορία αγάπης που ωριμάζει μέσα από ιδεολογικές συγκρούσεις. Είναι ίσως το πιο φιλόδοξο έργο της Browning — και ένα από τα πρώτα μεγάλα έργα που παρουσιάζουν μια γυναίκα καλλιτέχνιδα ως κεντρική ηρωίδα.

Το Aurora Leigh (1856) είναι ένα ποιητικό μυθιστόρημα της Elizabeth Barrett Browning, γραμμένο σε λευκό στίχο (ιαμβικός πεντάμετρος)  και μοιρασμένο σε εννέα βιβλία — έναν αριθμό που η ίδια συνδέει με τη γυναικεία μυθολογία και τα Σιβυλλικά Βιβλία. Η αφήγηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο από την Aurora, ενώ δεύτερη ηρωίδα είναι η Marian Erle, ένα κακοποιημένο, αυτοδίδακτο κορίτσι περιπλανώμενων γονιών.

Η δράση εκτυλίσσεται στη Φλωρεντία, το Malvern, το Λονδίνο και το Παρίσι, και το έργο συνομιλεί με τη Βίβλο, την κλασική μυθολογία και σύγχρονα μυθιστορήματα όπως το Corinne της Madame de Staël και τα έργα της George Sand.

Στα πέντε πρώτα βιβλία, η Aurora αφηγείται τη ζωή της από την παιδική ηλικία έως τα 27 της χρόνια· στα τέσσερα τελευταία, η αφήγηση φτάνει στο παρόν και παίρνει τη μορφή ημερολογίου. Η Browning το χαρακτήριζε «μυθιστόρημα σε στίχους» και το θεωρούσε το πιο ώριμο έργο της, εκεί όπου κατέθεσε τις βαθύτερες πεποιθήσεις της για τη Ζωή και την Τέχνη.

Η μελετήτρια Deirdre David τοποθετεί την Browning, χάρη στο Aurora Leigh, ανάμεσα στις σημαντικότερες γυναίκες συγγραφείς του 19ου αιώνα και στις κορυφαίες ποιητικές φωνές της βικτωριανής εποχής. Ο John Ruskin το αποκάλεσε «το μεγαλύτερο μακροσκελές ποίημα του δέκατου ένατου αιώνα».




Το ραντεβού. Πίνακας του Arthur Hughes, 1860. Βρίσκεται στην πινακοθήκη Tate 
(φωτο διαδίκτυο) . Δείχνει την απόρριψη τoυ  Romney Leigh από την Aurora






Εν συντομία το περιεχόμενο των εννέα βιβλίων:

Βιβλίο 1

Η Aurora αφηγείται την παιδική της ηλικία, την απώλεια των γονιών της και την αυστηρή ανατροφή από τη θεία της στην Αγγλία. Ανακαλύπτει την κλίση της στην ποίηση και αποφασίζει ότι η τέχνη θα είναι η ζωή της.

Βιβλίο 2

Ο ξάδελφός της, ο Romney Leigh, της κάνει πρόταση γάμου, ζητώντας της να εγκαταλείψει την ποίηση για κοινωνική δράση. Η Aurora αρνείται, υπερασπιζόμενη την καλλιτεχνική της ταυτότητα.

Βιβλίο 3

Η Aurora μετακομίζει στο Λονδίνο και παλεύει να ζήσει ως ποιήτρια. Το βιβλίο εξερευνά τη θέση της γυναίκας καλλιτέχνιδας και τη δυσκολία της οικονομικής ανεξαρτησίας.

Βιβλίο 4

Η Aurora στοχάζεται για την τέχνη, την κοινωνία και τον ρόλο της ποίησης. Η Browning υφαίνει μια εκτενή ποιητική θεωρία μέσα από τη φωνή της ηρωίδας.

Βιβλίο 5

Η Aurora γράφει το δικό της μεγάλο ποιητικό έργο και στοχάζεται πάνω στη σχέση τέχνης και πραγματικότητας. Το βιβλίο λειτουργεί ως μετα-σχόλιο για τη δημιουργική διαδικασία.

Βιβλίο 6

Η Aurora ταξιδεύει στην Ιταλία και γνωρίζει τη Marian Erle, μια γυναίκα της εργατικής τάξης που έχει υποστεί κακοποίηση. Το βιβλίο εστιάζει στην κοινωνική αδικία και την ηθική κρίση της εποχής.

Βιβλίο 7

Η Aurora συνεχίζει το ταξίδι της στην Ιταλία και αναπτύσσει βαθύτερη κατανόηση για τον ανθρώπινο πόνο και την κοινωνική ευθύνη. Η σχέση της με τη Marian γίνεται καθοριστική για την ηθική της ωρίμανση.

Βιβλίο 8

Η Aurora επιστρέφει στην Αγγλία και μαθαίνει ότι ο Romney έχει αποτύχει στα κοινωνικά του ιδεώδη. Οι δύο ήρωες συναντιούνται ξανά, αλλά παραμένουν σε σύγκρουση για το τι σημαίνει «να αλλάξεις τον κόσμο».

Βιβλίο 9

Η Aurora και ο Romney συμφιλιώνονται, αναγνωρίζοντας ότι η τέχνη και η κοινωνική δράση δεν είναι αντίθετες αλλά συμπληρωματικές. Το έργο κλείνει με μια αίσθηση πνευματικής και συναισθηματικής ολοκλήρωσης.

Για μουσική επένδυση επιλέγω μια σουίτα για  Κέλτικη Άρπα της Sylvia Woods.

Sylvia Woods – “The Harp of Brandiswhiere


Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

Elizabeth Barrett Browning

 Η Elizabeth Barrett Browning  (6 Μαρτίου 1806 - 29 Ιουνίου 1861) υπήρξε μία από τις σημαντικότερες ποιήτριες της βικτωριανής εποχής, γνωστή για την πνευματικότητα, την κοινωνική της ευαισθησία και τον βαθύ λυρισμό της. Η ζωή της σημαδεύτηκε από χρόνια ασθένεια, αλλά και από έναν από τους πιο θρυλικούς λογοτεχνικούς έρωτες: τη σχέση και τον γάμο της με τον ποιητή Robert Browning. 

Γεννήθηκε στις 6 Μαρτίου 1806 στο Coxhoe, County Durham της Αγγλίας. Ήταν η πρωτότοκη από 12 παιδιά. Άρχισε να γράφει ποίηση από τα έντεκα της χρόνια. Η μητέρα της διατήρησε μεγάλο αρχείο με τα παιδικά της ποιήματα — ένα από τα μεγαλύτερα σωζόμενα αρχεία νεανικής γραφής στην αγγλική λογοτεχνία. 

Στα 15 της αρρώστησε σοβαρά και υπέφερε από χρόνιους πόνους στη σπονδυλική στήλη και το κεφάλι. Αργότερα εμφάνισε και προβλήματα στους πνεύμονες, πιθανώς φυματίωση. Έπαιρνε laudanum ( οπιούχο παρασκεύασμα — βάμμα οπίου) για τον πόνο, κάτι που επηρέασε την υγεία της σε όλη της τη ζωή. 

Το 1846 παντρεύτηκε τον ποιητή Robert Browning, παρά την αντίθεση του πατέρα της. Έφυγαν για την Ιταλία, όπου έζησαν ευτυχισμένα και απέκτησαν έναν γιο, τον Pen. Κατά τη διάρκεια του γάμου τους, η φήμη της ξεπερνούσε εκείνη του συζύγου της — οι επισκέπτες στη Φλωρεντία πήγαιναν κυρίως για να τη δουν.

Κύρια έργα:
Sonnets from the Portuguese (1850)
Η πιο διάσημη συλλογή της — περιλαμβάνει το σονέτο “How Do I Love Thee?”.

How do I love thee? Let me count the ways.
I love thee to the depth and breadth and height
My soul can reach, when feeling out of sight
For the ends of being and ideal grace.
I love thee to the level of every day’s
Most quiet need, by sun and candle-light.
I love thee freely, as men strive for right.
I love thee purely, as they turn from praise.
I love thee with the passion put to use
In my old griefs, and with my childhood’s faith.
I love thee with a love I seemed to lose
With my lost saints. I love thee with the breath,
Smiles, tears, of all my life; and, if God choose,
I shall but love thee better after death.

Aurora Leigh (1856)
Ένα εκτενές ποιητικό μυθιστόρημα με φεμινιστικό και κοινωνικό περιεχόμενο.

Ποιήματα για ανθρώπινα δικαιώματα, κατά της παιδικής εργασίας και της δουλείας. 

Τα Sonnets from the Portuguese (Σονέτα από την Πορτογαλίδα)  είναι μια συλλογή 44 ερωτικών σονέτων της Elizabeth Barrett Browning, γραμμένων κατά τη διάρκεια του έρωτά της με τον Robert Browning και δημοσιευμένων το 1850. Πρόκειται για μια από τις πιο τρυφερές, ειλικρινείς και λογοτεχνικά σημαντικές εξομολογήσεις αγάπης στη βικτωριανή ποίηση.

Καταγράφουν την πορεία της ποιήτριας από την αυτοαμφιβολία και την άρνηση του έρωτα   προς την αποδοχή, την εμπιστοσύνη και τελικά την πλήρη αφοσίωση στον Robert Browning. Γράφτηκαν ιδιωτικά, χωρίς πρόθεση δημοσίευσης. Ο Robert Browning την ενθάρρυνε να τα εκδώσει, αναγνωρίζοντας τη λογοτεχνική τους αξία.

Ο τίτλος είναι σκόπιμα παραπλανητικός: Η Elizabeth ήθελε να κρύψει ότι τα ποιήματα ήταν αυτοβιογραφικά. Ο Robert την αποκαλούσε χαϊδευτικά “my little Portuguese” λόγω της μελαχρινής της όψης. Έτσι, ο τίτλος υπονοεί ότι πρόκειται για «μεταφράσεις» από άλλη γλώσσα — ενώ είναι δικά της ποιήματα.

Θεωρούνται σημαντικά γιατί συγκρίθηκαν με τα σονέτα του Shakespeare για την τεχνική τους αρτιότητα.  Αποτελούν ένα από τα πιο ειλικρινή πορτρέτα έρωτα στη δυτική λογοτεχνία. Ανέδειξαν τη Browning ως μία από τις μεγάλες φωνές της βικτωριανής ποίησης. Παραμένουν μέχρι σήμερα από τα πιο δημοφιλή ερωτικά ποιήματα παγκοσμίως.

Πώς σ’ αγαπώ; Άφησέ με να μετρήσω τους τρόπους.
Σ’ αγαπώ στο βάθος, στο πλάτος, στο ύψος
που η ψυχή μου φτάνει, ψαύοντας στο άδηλο
τα πέρατα της ύπαρξης και της ιδανικής χάρης.
Σ’ αγαπώ στο μέτρο της κάθε μέρας,
στην πιο σιωπηλή ανάγκη, με ήλιο ή με κερί.
Σ’ αγαπώ ελεύθερα, όπως οι άνθρωποι παλεύουν για το δίκιο.
Σ’ αγαπώ καθαρά, όπως γυρίζουν από τον έπαινο.
Σ’ αγαπώ με το πάθος που ξοδεύτηκε
στα παλιά μου βάσανα, και με την πίστη της παιδικής μου ηλικίας.
Σ’ αγαπώ με μια αγάπη που νόμιζα χαμένη
μαζί με τους αγίους που έχασα. Σ’ αγαπώ με την ανάσα,
τα χαμόγελα, τα δάκρυα όλης μου της ζωής· κι αν ο Θεός το θελήσει,
θα σ’ αγαπώ ακόμη πιο βαθιά μετά τον θάνατο.


Αν έπρεπε να διαλέξω ένα κομμάτι που αγκαλιάζει τέλεια το ποίημα, θα ήταν:
“Spiegel im Spiegel” – Arvo Pärt

Είναι καθαρό σαν προσευχή, αφήνει χώρο στη φωνή, έχει την ίδια αίσθηση «μέτρησης» και επανάληψης που έχει το σονέτο, και στο τέλος ανοίγει προς το άπειρο — όπως η υπόσχεση «after death».


Renaud Capuçon plays Arvo Pärt: Spiegel im Spiegel (with pianist Guillaume Bellom)

Edwin Yorke Bowen

 Ο Edwin Yorke Bowen (1884-1961) γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1884, τρίτος γιος μιας οικογένειας αποστακτών ουίσκι, και από νωρίς έδειξε ότι προοριζόταν για μια ξεχωριστή μουσική πορεία. Σπουδάζοντας πιάνο στο Royal Academy of Music με την υποτροφία Erard, και αφήνοντας πίσω του τόσο το «Edwin» όσο και το τελικό «e» του «Yorke», έγινε αφοσιωμένος μαθητής του εκκεντρικού Tobias Matthay, χτίζοντας μια τεχνική και εκφραστική ταυτότητα που θα τον συνόδευε σε όλη του τη ζωή.


 

Πολυτάλαντος — πιανίστας, βιολίστας, κορνίστας — βρέθηκε στον Μεγάλο Πόλεμο ως μέλος της μπάντας των Scots Guards, μέχρι που η πνευμονία τον έφερε πίσω σε μια Αγγλία που είχε αλλάξει. Η εποχή δεν ήταν πια φιλική προς τους ρομαντικούς. Κι όμως, ο Bowen συνέχισε να γράφει με την ίδια πίστη, σαν να μην είχε ακούσει ποτέ τις σειρήνες της νεωτερικότητας.


Πριν από τον Πρώτο Πόλεμο, όμως, ο Μπόουεν ήταν ένας από τους λαμπρότερους νέους Βρετανούς συνθέτες. Ο Saint-Saëns τον χαρακτήρισε «τον πιο αξιοσημείωτο», ενώ ο Sorabji τον τοποθέτησε δίπλα στον Ραχμάνινοφ και τον Μέντνερ για τον τρόπο που έγραφε για το πιάνο. Η εποχή του ήταν ακόμη διαποτισμένη από τη λάμψη του Λιστ και των μαθητών του, από τον αισθητικό ίλιγγο του Faust, του Tristan και των πρώτων συμφωνικών ποιημάτων του Στράους. Η γενιά του Bowen μεγάλωσε μέσα σε αυτό το πάθος, σε μια πίστη ότι η μουσική μπορούσε ακόμη να φτάσει σε υπερβατικές κορυφές.

Και ο Μπόουεν ανταποκρίθηκε: τρία κοντσέρτα για πιάνο πριν τα τριάντα του, δύο συμφωνίες που γνώρισαν θερμή υποδοχή, συνεργασίες με τους Wood και Richter, και μια δεξιοτεχνία που κατακτούσε τα πιο απαιτητικά έργα του Chopin, του Liszt, του Lyapunov. Όμως μετά τον πόλεμο, ο κόσμος προχώρησε αλλού — στο Sacre του Στραβίνσκι, στον Pierrot του Σένμπεργκ. Ο Bowen έμεινε πιστός στη δική του γλώσσα, και γι’ αυτό παραμερίστηκε. Αλλά δεν σίγησε. Δίδαξε στο Royal Academy για δεκαετίες, αγαπημένος «Uncle Yobo» (York Bowen) των μαθητών του, και συνέχισε να συνθέτει μέχρι τον ξαφνικό θάνατό του το 1961, στη διάρκεια μιας απλής βόλτας για ψώνια.

Σήμερα, τον θυμόμαστε συχνά ως «τον Άγγλο Ραχμάνινοφ» — μια ταμπέλα βολική αλλά ανεπαρκής. Γιατί ο Bowen δεν ήταν μίμηση· ήταν ένας ρομαντικός που επέμεινε να μιλά με τη δική του φωνή, ακόμη κι όταν ο κόσμος είχε πάψει να ακούει.

Ας ακούσουμε δύο αντιπροσωπευτικά έργα του Bowen 

Piano Concerto No. 3 (1907–08)
Το Τρίτο Κοντσέρτο είναι ο Bowen στο απόγειο της νεανικής του λάμψης: ένα έργο που ανασαίνει μεγαλείο χωρίς έπαρση, γεμάτο ρομαντική ορμή και δεξιοτεχνία που μοιάζει να ρέει φυσικά. Η ορχήστρα ανοίγει έναν χώρο πλατύ και φωτεινό, μέσα στον οποίο το πιάνο κινείται σαν αφηγητής που γνωρίζει καλά τη δύναμή του. Είναι μουσική που δεν φοβάται το συναίσθημα και δεν ντρέπεται για την ομορφιά της.

                                      Bowen: Piano Concerto No. 3 in G Minor "Fantasia", Op. 23


Piano Sonata No. 5 (1923)
Η Πέμπτη Σονάτα είναι πιο εσωτερική, πιο ώριμη — ένα έργο που κουβαλά τη σκιά του πολέμου και την ήρεμη σοφία ενός ανθρώπου που δεν εγκατέλειψε τον ρομαντισμό του. Η γραφή είναι πυκνή, στοχαστική, με στιγμές όπου το πιάνο μοιάζει να μιλάει μόνο στον εαυτό του. Είναι ο Bowen που επιμένει να είναι ο Bowen, ακόμη κι όταν ο κόσμος γύρω του έχει αλλάξει.

                                                   Edwin York Bowen - Piano Sonata No.5



Τρίτη 3 Μαρτίου 2026

Η Ορχήστρα του Μπουλγκάκοφ (Μετρ & Μαργαρίτα)

 Ο Μπουλγκάκοφ, στο αριστουργηματικό Ο Μετρ και η Μαργαρίτα, υψώνει μια από τις πιο παράξενες και μαγευτικές σκηνές της νεότερης λογοτεχνίας: τον Χορό του Σατανά. Εκεί όπου η Μόσχα της δεκαετίας του ’30, με τη σκληρή της καθημερινότητα και τη σιωπηλή της αγωνία, ανοίγει ξαφνικά σε μια άλλη διάσταση — μια διάσταση όπου το γκροτέσκο συναντά το τελετουργικό, και το σατιρικό μεταμορφώνεται σε οπερατική φαντασμαγορία.





Ο χορός αυτός δεν ανήκει σε καμία παράδοση· δεν έχει ρίζες σε λαογραφία ή θρύλους. Είναι μια καθαρή επινόηση του συγγραφέα, ένα σύμπαν που αναδύεται από την προσωπική του κοσμολογία: μυστικισμός, ειρωνεία, θέατρο, και μια βαθιά αίσθηση ότι ο κόσμος —ο πραγματικός και ο φανταστικός— μπορεί ανά πάσα στιγμή να αναποδογυρίσει.


Και μέσα σε αυτή τη σκηνή, η ορχήστρα του Βόλαντ —μια ορχήστρα που δεν υπακούει σε κανέναν νόμο της φύσης— εμφανίζεται με τρόπο που μόνο ο Μπουλγκάκοφ θα μπορούσε να συλλάβει. Το απόσπασμα που ακολουθεί παραμένει ένα από τα πιο ευρηματικά και κινηματογραφικά στιγμιότυπα του βιβλίου:


«Στην εξέδρα πίσω από τις τουλίπες, όπου η ορχήστρα του βασιλιά έπαιζε βαλς, τώρα ηχούσε λυσσαλέα μια πιθηκίστικη τζαζ. Διηύθυνε ένας τεράστιος γορίλας με μαλλιαρές φαβορίτες και μια τρομπέτα στο χέρι, χορεύοντας βαριά. Σε μια σειρά κάθονταν ουρακοτάγκοι και φυσούσαν κάτι άστραφτερές τρομπέτες. Πάνω στους ώμους τους είχαν εγκατασταθεί χαρούμενοι χιμπαντζήδες με φυσαρμόνικες. Δύο μπαμπουίνοι χτυπούσαν τα πλήκτρα δύο πιάνων με ουρά, αλλά μέσα στις φωνές, στα ουρλιαχτά και στους κρότους των σαξόφωνων, των βιολιών και των τυμπάνων που έβγαιναν απ' τα ποδάρια των γιββώνων, των μανδρίλων και των κερκοπιθήκων τα πιάνα δεν ακούγονταν. Στο πάτωμα που ήταν σαν καθρέφτης ένα ατελείωτο πλήθος από ζευγάρια, κυριολεκτικά ο ένας πάνω στον άλλον, με εκπληκτική επιδεξιότητα και καθαρότητα κινήσεων, στριφογυρίζοντας προς μια κατεύθυνση, κινούνταν σαν ένας τοίχος που απειλούσε να παρασύρει τα πάντα στο διάβα του. Πάνω από τα ζευγάρια φτεροκοπούσαν ολοζώντανες πεταλούδες από σατέν, ενώ από το ταβάνι έπεφταν λουλούδια. Στα κιονόκρανα, όταν έσβησε το ηλεκτικό, άναψαν μυριάδες πυγολαμπίδες, ενώ στον αέρα αιωρούνταν κλεφτοφάναρα.»

(Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, Ο Μέτρ και η Μαργαρίτα, μετάφρ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, εκδ. Μίνωας, κεφ. 23 «Ο μεγάλος χορός του Σατανά», σελ. 41)


Κι όμως, όσο φανταστική κι αν είναι η σκηνή, η σπίθα της γεννήθηκε από ένα πραγματικό γεγονός: τον περίφημο «Εαρινό Χορό» που διοργάνωσε ο Αμερικανός πρεσβευτής Ουίλιαμ Μπούλιτ στο Spaso House. Μια δεξίωση τόσο εκκεντρική, τόσο υπερβολική, τόσο θεατρική, ώστε ο Μπουλγκάκοφ —που παρευρέθηκε μαζί με τη σύζυγό του, Έλενα Σιλόβσκαγια— δεν θα μπορούσε να την ξεχάσει. Χιλιάδες λουλούδια, εξωτικά ζώα, ένας αρκούδος που περιφερόταν ανάμεσα στους καλεσμένους, μια ατμόσφαιρα που έμοιαζε να αψηφά τη σοβιετική μουντάδα της εποχής.

                                                        Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ (1891-1940)


Από αυτό το πραγματικό, σχεδόν παραμυθένιο σκηνικό, ο Μπουλγκάκοφ δημιούργησε κάτι εντελώς δικό του: έναν χορό όπου οι ζωντανοί και οι νεκροί συνυπάρχουν, όπου η Μαργαρίτα γίνεται βασίλισσα ενός κόσμου που δεν υπακούει σε κανέναν νόμο, όπου ο χρόνος και ο χώρος λυγίζουν σαν να είναι υλικά της φαντασίας.


Και σαν ηχητική αντανάκλαση αυτού του φαντασμαγορικού χορού, έρχεται στον νου η Danse Macabre του Saint‑Saëns: μια σύνθεση όπου ο θάνατος σηκώνει το δοξάρι του και καλεί τους νεκρούς σε έναν χορό που πάλλεται ανάμεσα στο μακάβριο και στο παιχνιδιάρικο. Με τους σπειροειδείς ρυθμούς και την ειρωνική της λάμψη, η μουσική αυτή μοιάζει να συνοδεύει φυσικά τη στιγμή που οι πυγολαμπίδες ανάβουν και οι πεταλούδες από σατέν φτεροκοπούν πάνω από το πλήθος — σαν να ήταν πάντα η μυστική μελωδία του ίδιου του «Χορού του Σατανά».



                                                Camille Saint-Saëns - La danse macabre





Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026

Σούμπερτ, Μαραμένα Λουλούδια (παραλλαγές)

Τέο Το 1824, ο Φραντς Σούμπερτ συνέθεσε ένα σύνολο παραλλαγών για πιάνο και φλάουτο, εμπνευσμένο από το Trockne Blumen του κύκλου Die Schöne Müllerin (Η ωραία μυλωνού), που είχε ολοκληρώσει μόλις δύο μήνες πριν.

                                         
                                              Trockne Blumen (Μαραμένα Λουλούδια)
          

Οι Παραλλαγές πάνω στο Trockne Blumen είναι ο τελευταίος μεγάλος απόηχος μιας ιδιαίτερης, σχεδόν μυστικής συγγένειας ανάμεσα στο φλάουτο και το βιολί. Στον 18ο αιώνα, τα δύο όργανα ήταν σαν δίδυμες φωνές· η μουσική δωματίου περνούσε άνετα από το ένα στο άλλο. Ο Τέλεμαν, ο Μπαχ, ακόμη και ο Μότσαρτ, έγραφαν έργα που μπορούσαν να "φορεθούν" και από τα δύο, σαν ένδυμα που αλλάζει σώμα χωρίς να χάνει τη χάρη του.

Παρότι γραμμένο για φλάουτο και πιάνο, το έργο κουβαλάει μέσα του την καταγωγή του: το τραγούδι. Το φλάουτο εδώ δεν είναι "όργανο"· είναι η φωνή του νεαρού μυλωνά, γυμνή, εκτεθειμένη, σχεδόν ανθρώπινη. Ο τρόπος που ο Σούμπερτ γράφει τις φράσεις —αναπνοές, αναστεναγμοί, μικρές εκρήξεις— θυμίζει Lied, όχι δεξιοτεχνικό κομμάτι. Γι’ αυτό και το έργο έχει μια παράξενη ένταση: το φλάουτο τραγουδάει κάτι που δεν μπορεί να ειπωθεί με λόγια.


 

                                                  Franz Schubert (1797-1828)

Το ποίημα του Βίλχελμ Μύλλερ βρίσκει μια παράξενη παρηγοριά στον χειμώνα και στον θάνατο — μια παρηγοριά που ίσως ο Σούμπερτ, σιωπηλά, έκανε δική του. Στη μελοποίησή του, η ελπίδα της άνοιξης μέσα στο καταχείμωνο, τα "μαραμένα λουλούδια" πάνω σε έναν τάφο, μεταφράζονται σε μια μετάβαση από ελάσσονα σε μείζονα. Ολόκληρο το τραγούδι μοιάζει με μια εκτεταμένη Tierce de Picardie: εκείνο το μπαρόκ τέχνασμα όπου το έργο, την ύστατη στιγμή, στρέφεται στη μείζονα σαν κάποιος που χαμογελά μέσα από δάκρυα. Μια χειρονομία που μπορεί να μοιάζει απελπισμένη, σχεδόν ικετευτική.

Ο Σούμπερτ χαρτογραφεί την "ανέλπιδη ελπίδα" του ποιήματος. Γιατί ο χειμώνας δεν υπόσχεται την άνοιξη· απλώς η άνοιξη ακολουθεί τον χειμώνα — αν όλα πάνε καλά. Στις παραλλαγές του, ο Σούμπερτ σπρώχνει αυτή τη διαδρομή ακόμη πιο μακριά. Παίζει με τη λάμψη της μείζονας, την αγγίζει, την αφήνει, επιστρέφει στην ελάσσονα, σαν να ξαναπέφτει στο βάρος μιας απαισιοδοξίας που τον είχε ήδη κυκλώσει.

Οι παραλλαγές δεν είναι "στολίδια" — είναι ψυχολογικά επεισόδια. Ο Σούμπερτ δεν κάνει αυτό που κάνουν πολλοί συνθέτες: δεν παίρνει ένα θέμα και το μεταμορφώνει για να δείξει δεξιοτεχνία. Κάθε παραλλαγή μοιάζει με μια νέα προσπάθεια του ήρωα να καταλάβει τον πόνο του.
Μια παραλλαγή είναι σαν να θυμάται.
Μια άλλη σαν να προσπαθεί να ξεχάσει.
Μια τρίτη σαν να εξοργίζεται.
Μια τέταρτη σαν να παραδίδεται.

Είναι σαν να βλέπεις το ίδιο συναίσθημα από διαφορετικές πλευρές, σαν να γυρίζεις ένα μαραμένο λουλούδι στο χέρι σου και να το κοιτάς από όλες τις γωνίες.

Το Trockne Blumen είναι από τα πιο σκοτεινά τραγούδια του κύκλου. Ο ήρωας φαντάζεται τα μαραμένα λουλούδια του έρωτά του να φυτρώνουν πάνω στον τάφο του. Αυτό δεν είναι απλώς ρομαντικό, μακάβριο· είναι μια φαντασίωση εξαφάνισης. Και ο Σούμπερτ, εκείνη την εποχή, ζούσε ήδη με την επίγνωση της ασθένειάς του. Η μουσική του αρχίζει να γίνεται πιο εσωτερική, πιο σπασμένη, πιο ειλικρινής.

Στις παραλλαγές, αυτή η σχέση με τον θάνατο δεν είναι θεωρητική.
Είναι σχεδόν εξομολογητική.


                                             Schubert: Variations on "Trockne Blumen"


Ήταν το πρώτο μεγάλο "μικτό" έργο του — όχι αποκλειστικά για πληκτροφόρο — που τόλμησε να κοιτάξει κατάματα τα προσωπικά του δράματα. Οι Παραλλαγές πάνω στο Trockne Blumen άνοιξαν τον δρόμο για τις μεγάλες παραλλαγές μουσικής δωματίου που θα ακολουθούσαν: το Οκτέτο, το Κουαρτέτο Ροζαμούνδη, τη Φαντασία σε Ντο μείζονα, και το συγκλονιστικό αργό μέρος του Κουαρτέτου σε Ρε ελάσσονα, Ο Θάνατος και η Κόρη.

Οι διαθέσιμες ιστορικές πηγές και καταγραφές δεν αναφέρουν καμία δημόσια παρουσίαση των Trockne Blumen Variationen όσο ο Σούμπερτ ήταν εν ζωή. Φαίνεται ότι το έργο συντέθηκε τον Ιανουάριο του 1824, αλλά δεν υπάρχει καμία ένδειξη για εκτέλεση εκείνη την εποχή. Μπορεί να παίχτηκε ιδιωτικά, σε κάποιο σαλόνι, σε μια από τις γνωστές "σουμπερτιάδες" — αλλά δεν έχουμε καμία καταγραφή. 

Οι σουμπερτιάδες δεν κρατούσαν προγράμματα. 
Ήταν φιλικές συγκεντρώσεις, όχι επίσημες συναυλίες.

Τέλος μια εξαιρετική μεταγραφή του Λιστ

             Liszt: 6 Melodien von Franz Schubert, S. 563: No. 4, Trockne Blumen (After D. 795/18)