Ο Edwin Yorke Bowen (1884-1961) γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1884, τρίτος γιος μιας οικογένειας αποστακτών ουίσκι, και από νωρίς έδειξε ότι προοριζόταν για μια ξεχωριστή μουσική πορεία. Σπουδάζοντας πιάνο στο Royal Academy of Music με την υποτροφία Erard, και αφήνοντας πίσω του τόσο το «Edwin» όσο και το τελικό «e» του «Yorke», έγινε αφοσιωμένος μαθητής του εκκεντρικού Tobias Matthay, χτίζοντας μια τεχνική και εκφραστική ταυτότητα που θα τον συνόδευε σε όλη του τη ζωή.
Πολυτάλαντος — πιανίστας, βιολίστας, κορνίστας — βρέθηκε στον Μεγάλο Πόλεμο ως μέλος της μπάντας των Scots Guards, μέχρι που η πνευμονία τον έφερε πίσω σε μια Αγγλία που είχε αλλάξει. Η εποχή δεν ήταν πια φιλική προς τους ρομαντικούς. Κι όμως, ο Bowen συνέχισε να γράφει με την ίδια πίστη, σαν να μην είχε ακούσει ποτέ τις σειρήνες της νεωτερικότητας.
Πριν από τον Πρώτο Πόλεμο, όμως, ο Μπόουεν ήταν ένας από τους λαμπρότερους νέους Βρετανούς συνθέτες. Ο Saint-Saëns τον χαρακτήρισε «τον πιο αξιοσημείωτο», ενώ ο Sorabji τον τοποθέτησε δίπλα στον Ραχμάνινοφ και τον Μέντνερ για τον τρόπο που έγραφε για το πιάνο. Η εποχή του ήταν ακόμη διαποτισμένη από τη λάμψη του Λιστ και των μαθητών του, από τον αισθητικό ίλιγγο του Faust, του Tristan και των πρώτων συμφωνικών ποιημάτων του Στράους. Η γενιά του Bowen μεγάλωσε μέσα σε αυτό το πάθος, σε μια πίστη ότι η μουσική μπορούσε ακόμη να φτάσει σε υπερβατικές κορυφές.
Και ο Μπόουεν ανταποκρίθηκε: τρία κοντσέρτα για πιάνο πριν τα τριάντα του, δύο συμφωνίες που γνώρισαν θερμή υποδοχή, συνεργασίες με τους Wood και Richter, και μια δεξιοτεχνία που κατακτούσε τα πιο απαιτητικά έργα του Chopin, του Liszt, του Lyapunov. Όμως μετά τον πόλεμο, ο κόσμος προχώρησε αλλού — στο Sacre του Στραβίνσκι, στον Pierrot του Σένμπεργκ. Ο Bowen έμεινε πιστός στη δική του γλώσσα, και γι’ αυτό παραμερίστηκε. Αλλά δεν σίγησε. Δίδαξε στο Royal Academy για δεκαετίες, αγαπημένος «Uncle Yobo» (York Bowen) των μαθητών του, και συνέχισε να συνθέτει μέχρι τον ξαφνικό θάνατό του το 1961, στη διάρκεια μιας απλής βόλτας για ψώνια.
Σήμερα, τον θυμόμαστε συχνά ως «τον Άγγλο Ραχμάνινοφ» — μια ταμπέλα βολική αλλά ανεπαρκής. Γιατί ο Bowen δεν ήταν μίμηση· ήταν ένας ρομαντικός που επέμεινε να μιλά με τη δική του φωνή, ακόμη κι όταν ο κόσμος είχε πάψει να ακούει.
Ας ακούσουμε δύο αντιπροσωπευτικά έργα του Bowen
Piano Concerto No. 3 (1907–08)
Το Τρίτο Κοντσέρτο είναι ο Bowen στο απόγειο της νεανικής του λάμψης: ένα έργο που ανασαίνει μεγαλείο χωρίς έπαρση, γεμάτο ρομαντική ορμή και δεξιοτεχνία που μοιάζει να ρέει φυσικά. Η ορχήστρα ανοίγει έναν χώρο πλατύ και φωτεινό, μέσα στον οποίο το πιάνο κινείται σαν αφηγητής που γνωρίζει καλά τη δύναμή του. Είναι μουσική που δεν φοβάται το συναίσθημα και δεν ντρέπεται για την ομορφιά της.
Piano Sonata No. 5 (1923)
Η Πέμπτη Σονάτα είναι πιο εσωτερική, πιο ώριμη — ένα έργο που κουβαλά τη σκιά του πολέμου και την ήρεμη σοφία ενός ανθρώπου που δεν εγκατέλειψε τον ρομαντισμό του. Η γραφή είναι πυκνή, στοχαστική, με στιγμές όπου το πιάνο μοιάζει να μιλάει μόνο στον εαυτό του. Είναι ο Bowen που επιμένει να είναι ο Bowen, ακόμη κι όταν ο κόσμος γύρω του έχει αλλάξει.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου