Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2023

Ραχμάνινοφ: Η Θάλασσα και οι Γλάροι έργ.39 αρ. 2

 Ο τίτλος Études-Tableaux στα ελληνικά ίσως μπορεί να μεταφραστεί ως "Σπουδές Εικόνας", εννοώντας Μουσικές Σπουδές Εικόνας, μια και μιλάμε για ένα σύνολο κομματιών για σόλο πιάνο με αυτό το όνομα του Ρώσου συνθέτη Σεργκέι Ραχμάνινοφ (1873-1943). Έγραψε δύο συλλογές για σόλο πιάνο με αυτόν τον τίτλο  η μια είναι το έργο 33 και η άλλη το έργο 39.  Αν και ο τίτλος παραπέμπει σε "μουσικές ανακλήσεις εξωτερικών οπτικών ερεθισμάτων", ο συνθέτης δεν  απεκάλυψε τι τον ενέπνευσε για κάθε κομμάτι λέγοντας: "Δεν πιστεύω στον καλλιτέχνη που αποκαλύπτει πολλά από τα οράματά του. Ας αφήσουμε τον ακροατή να ζωγραφίσει για τον εαυτό του τι τον εκφράζει". Όμως, οικειοθελώς μοιράστηκε τις πηγές για μερικές από αυτές τις σπουδές με τον Ιταλό συνθέτη Οτορίνο Ρεσπίγκι όταν ο τελευταίος τις ενορχήστρωσε το 1930.


Σε μια σειρά κειμένων στο ιστολόγιό μου θα παρουσιάσω μία προς μία τις πέντε "Σπουδές Εικόνας" του Ραχμάνοφ με την δική μου ιστορία που μου ενέπνευσε το άκουσμά τους. Σήμερα θα ακούσουμε την δεύτερη εικόνα "Η Θάλασσα και οι Γλάροι"  στην αρχική της σύνθεση για πιάνο και στην συνέχεια την μεταγραφή της για ορχήστρα.


                                                            Η Θάλασσα και οι Γλάροι 

Έκαναν γύρους ήρεμοι κι ευτυχισμένοι οι γλάροι πάνω από την θάλασσα την αστραφτερή και γαλήνια. Το νερό ήταν τόσο λαμπερό σαν λιωμένο χρυσάφι που καθρέφτιζε τις σκιές τους πάνω της και φαίνονταν τόσο τεράστιοι. Ένιωθαν να γίνονται αετοί ή γεράκια κι έτσι όπως  έπεφταν με φόρα μέσα στην θάλασσα τα ψάρια τρόμαζαν. Με αυτό τον τρόπο όμως γρήγορα τα ψάρια γίνονταν τροφή για αυτά τα κάτασπρα πουλιά με τις μεγάλες φτερούγες που ζουν δίπλα στην θάλασσα και πολλές φορές κρατούν συντροφιά στους ναυτικούς.

Ένα μικρό νησί είχε γίνει η πατρίδα ενός μεγάλου σμήνους γλάρων. Ένα νησί χωρίς ανθρώπους. Ήταν το σπίτι τους και πετούσαν γύρω του, έφτιαχναν φωλιές στα βράχια του κι έβρισκαν  ό,τι τροφή ήθελαν. Έκρωζαν δυνατά και χαρούμενα. 

Η κοινότητά τους είχε έναν αρχηγό, έναν πανέξυπνο και δυνατό γλάρο που η σοφία του τούς είχε σώσει πολλές φορές από κινδύνους. Ήξερε πώς να τούς προστατεύσει κι όλοι τον άκουγαν και τον αγαπούσαν.

Κάποια φορά μερικοί νεαροί και άμυαλοι γλάροι, με  διάθεση για περιπέτεια παρέσυραν κι άλλους και πήγαν παραπέρα, σε κάποιο άλλο νησάκι να το εξερευνήσουν. Όμως, γρήγορα διαπίστωσαν ότι το νησί εκείνο δεν είχε τις φιλικές συνθήκες της δικής τους περιοχής και η θάλασσα δεν ήταν ζεστή και καθάρια. Δεν είχαν και τον σοφό αρχηγό μαζί τους. Γρήγορα, λοιπόν, αποφάσισαν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. 

Μόλις έφτασαν ο αρχηγός τους υποδέχτηκε καλόκαρδα γιατί κατάλαβε το νεανικό τους σφρίγος και την όρεξη για περιπέτεια. Τους είπε ότι ερχόταν κακοκαιρία και θα κινδύνευαν. Πράγματι, έβλεπαν την καταιγίδα που ερχόταν πέρα μακριά από το πέλαγος κι ο αρχηγός τούς συγκέντρωσε και τούς είπε να μαζευτούν ο ένας δίπλα στον άλλο. Η θάλασσα αγριεμένη πηγαινοερχόταν με κύματα βουνά κι αφρισμένα κι ο αέρας λυσσομανούσε με δύναμη. Αστραπές και βροντές σπάθιζαν τον ουρανό και τα μαύρα σύννεφα είχαν σκεπάσει τον ήλιο.  Όμως έτσι όπως ήταν κουλουριασμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο οι ριπές του αέρα δεν τους άγγιξαν.  Έμειναν για πολλή ώρα χουχουλιάζοντας μεταξύ τους μέχρι που βγήκε ο ήλιος. Τότε ο αρχηγός τούς είπε ότι ήταν πλέον ασφαλείς. Πέταξαν ψηλά, τινάζοντας απ’ τα φτερά τους τα νερά της βροχής βγάζοντας χαρούμενες κραυγές.

Από τότε η κοινότητα ήξερε ότι μπορούσε να βασίζεται στην γνώση και στην φροντίδα του αρχηγού της για την ασφάλειά της. Έτσι έζησαν σε απόλυτη αρμονία με την θάλασσα για πάντα.



Lugansky - Rachmaninoff "The sea and the seagulls" (Étude-Tableau Op. 39, No. 2)



Etude-tableau op. 39 2 (Orchestra) - Rachmaninov/Respighi 



Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2023

Ραχμάνινοφ: Η Γιορτή έργ. 33 αρ. 6

 Ο τίτλος Études-Tableaux στα ελληνικά ίσως μπορεί να μεταφραστεί ως "Σπουδές Εικόνας", εννοώντας Μουσικές Σπουδές Εικόνας, μια και μιλάμε για ένα σύνολο κομματιών για σόλο πιάνο με αυτό το όνομα του Ρώσου συνθέτη Σεργκέι Ραχμάνινοφ (1873-1943). Έγραψε δύο συλλογές για σόλο πιάνο με αυτόν τον τίτλο  η μια είναι το έργο 33 και η άλλη το έργο 39.  Αν και ο τίτλος παραπέμπει σε "μουσικές ανακλήσεις εξωτερικών οπτικών ερεθισμάτων", ο συνθέτης δεν  απεκάλυψε τι τον ενέπνευσε για κάθε κομμάτι λέγοντας: "Δεν πιστεύω στον καλλιτέχνη που αποκαλύπτει πολλά από τα οράματά του. Ας αφήσουμε τον ακροατή να ζωγραφίσει για τον εαυτό του τι τον εκφράζει". Όμως, οικειοθελώς μοιράστηκε τις πηγές για μερικές από αυτές τις σπουδές με τον Ιταλό συνθέτη Οτορίνο Ρεσπίγκι όταν ο τελευταίος τις ενορχήστρωσε το 1930.



Σε μια σειρά κειμένων στο ιστολόγιό μου θα παρουσιάσω μία προς μία τις πέντε "Σπουδές Εικόνας" του Ραχμάνοφ με την δική μου ιστορία που μου ενέπνευσε το άκουσμά τους. Σήμερα θα ακούσουμε την Γιορτή στην αρχική της σύνθεση για πιάνο και στην συνέχεια την μεταγραφή της για ορχήστρα.

                                               Η Γιορτή στο Λούνα Παρκ

Από μικρό παιδάκι έζησε μέσα στη φτώχεια και την μιζέρια. Δέκα παιδιά γέννησε η μάνα του κι έζησαν τα οκτώ. Το σπίτι τους, ένα καλυβάκι στη Θεσσαλία κι οι γονείς του δεν είχαν τίποτα. Εργάτες γης σε άλλων τα χωράφια δούλευαν. Γεννήθηκε κι αυτός στο χωράφι. Όταν μάζευε ελιές η μάνα του την έπιασαν οι πόνοι της γέννας . Την βοήθησαν οι άλλες γυναίκες και φάσκιωσαν το μωρό στο πανέρι. Ήταν το πέμπτο παιδί. Ένα πριν από τον Βασίλη κι ένα μετά ήταν αυτά που χάθηκαν. Όταν μεγάλωσε, πήγε ένα δύο χρόνια στο σχολείο αλλά δεν τάπαιρνε τα γράμματα. Τόσκαγε και πήγαινε στο παζάρι και ζητιάνευε. Έφερνε δεκαρούλες στο σπίτι κι οι γονείς του δεν τον μάλωναν. Έτσι τούγινε συνήθεια η ζητιανιά. Πήγε στρατιώτης και δεν ήξερε ούτε το όνομά του καλά καλά να γράφει. Μετά το στρατό πέθανε ο πατέρας, άρρωστος από τις κακουχίες, το ποτό και το τσιγάρο.Τα τρία μεγαλύτερα αδέρφια του βοηθούσαν τη μάνα κι αυτός έφυγε να ψάξει την τύχη του. Πότε χτίστης, πότε εργάτης γης, πότε σερβιτόρος όλο δουλειές του ποδαριού και τις Κυριακές επαίτης στις εκκλησιές. Κοιμόταν σε χαμόσπιτα, όνειρα δεν είχε ούτε παρέες πλην όσων χρειαζόταν στις δουλειές που έκανε.

Κάποια φορά, στην γιορτή της Παναγίας τον Δεκαπενταύγουστο ήρθε στην πρωτεύουσα του νομού ένα Λούνα Παρκ. Πέρναγαν αυτοκίνητα και με μεγάφωνα καλούσαν τον κόσμο να πάει να διασκεδάσει. Ο Βασίλης, άκουσε κι αυτός την φωνή που με στόμφο διαλαλούσε το γεγονός. Πήγε και κρύφτηκε  πίσω από κάτι θάμνους εκεί στο Λούνα Παρκ. Παρακολουθούσε τον κόσμο που μπαινόβγαινε, άκουγε τα γέλια τους και τις φωνές τους που με ενθουσιασμό συζητούσαν τις εμπειρίες τους από τα παιχνίδια, τα θεάματα, τις βόλτες στα καρουζέλ κι ήθελε κι αυτός να νιώσει αυτά, μα ήξερε ότι δεν μπορούσε.

Ήταν ένας επαίτης, ένα απόβλητο της κοινωνίας, ένα παράσιτο μιας κοινωνίας που οι αξίες που υπηρετούσε ήταν ο πλούτος και η κοινωνική θέση. Ο Βασίλης δεν είχε τίποτα να δώσει, ούτε λεφτά να ξοδέψει ούτε και να αγοράσει λιχουδιές από κει μέσα. Όλο κι όλο που μπορούσε να κάνει ήταν να κοιτάζει απ έξω και να ονειρεύεται πόσο όμορφα θα ήταν εκεί μέσα στην γιορτή. 

Καθώς βράδιασε κι ο κόσμος αραίωνε σιγά σιγά η καρδιά του Βασίλη βάρυνε. Ήξερε ότι έπρεπε να γυρίσει πίσω στην ατέλειωτη μοναξιά του δρόμου επαιτώντας για λίγα νομίσματα ώστε να βγάλει την επόμενη μέρα.

Όπως γύρισε να φύγει κάτι έπιασε το μάτι του εκεί στην ακρούλα του δρόμου. Ήταν ένα μικρό, αχρησιμοποίητο εισιτήριο για το Λούνα Παρκ. Μια είσοδος στην γιορτή που πήγαιναν όλοι.  Η καρδιά του χτύπαγε δυνατά μόλις συνειδητοποίησε ότι τώρα δα του δόθηκε η ευκαιρία να νιώσει την χαρά της γιορτής κάτι που η ζωή πεισματικά είχε αρνηθεί να του δώσει.

Με μια πρωτόγνωρη ζωντάνια προχώρησε στην είσοδο, μπήκε μέσα στο Λούνα Παρκ κι αισθάνθηκε μια ευτυχία κι ευδαιμονία που ποτέ πριν δεν είχε νιώσει. 

(Άζη Γουζίου)


Πιάνο

George Li plays Rachmaninov Étude tableau in E flat minor, Op 33 No 6


Ορχήστρα

Rachmaninov / Respighi – Etude-tableau op. 33 6 (Orchestra) 



 

Παρασκευή 29 Απριλίου 2022

Μία Απροσδόκητη Συνάντηση

 

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης 


Δεν περνάνε εύκολα οι ώρες σε αυτό το μεγάλο ταξίδι με το πλοίο από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου μέχρι τον Πειραιά. Κι ας είναι με  ένα από τα γρήγορα πλοία της εποχής. Η απόσταση είναι πολύ μεγάλη και γι’ αυτό ο Δημήτρης έχει μαζί του ένα τετράδιο με σημειώσεις  ώστε να περνάει η ώρα. Σήμερα, ανέβηκε στο κατάστρωμα. Σταμάτησε κι αυτός ο δαιμονισμένος αέρας που ήταν επικίνδυνος για βόλτες. H θάλασσα ήρεμη αντανακλούσε τις ακτίνες του ήλιου με ατέλειωτα στραφταλίσματα. Περπατούσε με χαλαρό βηματισμό μαζί με αρκετούς συνταξιδιώτες του. Ένα νεαρό ζευγάρι τράβηξε την προσοχή του, που πιασμένοι χέρι χέρι κοίταζαν μπροστά την πλώρη σαν να ατένιζαν το μέλλον τους μέσα στην θάλασσα, τον ήλιο και τον ουρανό. Προχώρησε προς τα κει για να απολαύσει κι αυτός την αισιοδοξία που απλωνόταν στον ορίζοντα.  Πριν τους φτάσει όμως, ένας κύριος με κομψό κοστούμι, γραβάτα και γυαλιά του έκοψε τον δρόμο και σχεδόν έπεσε πάνω του.

-Ω, χίλια συγγνώμη, του είπε. Μήπως σας χτύπησα;

-Παρακαλώ, κύριε, απάντησε ο Δημήτρης. Όχι, δεν με χτυπήσατε. 

-Είμαι λίγο αφηρημένος, συνέχισε ο άγνωστος. Συνηθίζω να βηματίζω και να απαγγέλω τους στίχους μου ψάχνοντας…

-Είστε ποιητής; 

-Μάλιστα, ποιητής είμαι!

-Πώς λέγεστε;

-Κωνσταντίνος Καβάφης.

-Είστε ο κύριος Καβάφης! Τι σπουδαία συνάντηση στο κατάστρωμα του πλοίου. Συνταξιδιώτες σ’ ένα τόσο μακρύ ταξίδι. Α, θα είμαι συνέχεια μαζί σας διότι…

-Λυπάμαι κύριε…

-Δημήτρης Μητρόπουλος

-Είστε ο κύριος Μητρόπουλος ο συνθέτης και πιανίστας;

-Μάλιστα, ο συνθέτης δέκα δικών σας ποιημάτων…

-Ναι, ενθυμούμαι το όνομά σας όταν μου στείλατε επιστολή και ζητούσατε την άδειά μου να μελοποιήσετε ποιήματά μου. 

-Δεν ξέρετε πόση χαρά μου δώσατε όταν δεχτήκατε την πρότασή μου. Σας ευχαριστώ πολύ που με εμπιστευθήκατε. Ποιός να το φανταζόταν ότι θα συναντιόμαστε στο πλοίο. Είμαι νέος συνθέτης, έχω φιλοδοξίες και το ποιητικό σας έργο με έχει εντυπωσιάσει. Η μουσική μου έμπνευση πάνω στην ποίησή σας ερχόταν αυθόρμητα. Γνωρίζω κύριε Καβάφη ότι το ζεύγος Κώστα και Ελένης Ουράνη έχουν οργανώσει στην Αθήνα μια βραδιά αφιερωμένη σε σας όπου θα παρουσιαστούν σε ιδιωτική συναυλία τα μελοποιημένα από μένα δέκα ποιήματά σας. Αυτά μελετώ στο τετράδιο που δεν αποχωρίζομαι. Προφανώς γι’ αυτό ταξιδεύετε. Θέλετε λίγο να μιλήσουμε γι’ αυτά; 

-Φίλτατε κύριε Μητρόπουλε, στην Αθήνα οδεύω διότι έχω καρκίνο στον λάρυγγα. Θα νοσηλευθώ στον Ερυθρό Σταυρό. Στην ημερομηνία της συναυλίας σας ίσως να έχω αποθάνει. 

-Ω, σας παρακαλώ. Μην κάνετε δυσάρεστες σκέψεις. Θα γίνετε καλά, και θα απολαύσετε την μουσικοποιητική βραδιά που ετοιμάζουν για σας. Επιτρέψτε μου σας παρακαλώ, να σας πω δύο λόγια για τις συνθέσεις αυτές. 

Άρχισε τότε ο Δημήτρης να του λέει ότι κάθε ποίημα από αυτά έχει ως βάση ένα διαφορετικό αρχιτεκτονικό σχέδιο όπου η φωνή η απαγγέλουσα το ποίημα αποτελεί ένα μόριο του σχεδίου. Δεν πρόκειται περί τραγουδιού, αλλά ούτε και περί μιας ξερής απαγγελίας με υπόκρουση. Ούτε να τα τραγουδάει κανείς πρέπει, ούτε πάλι να τα απαγγέλη, μα κάτι ανάμεσα στα δύο. Ίσως μια απαγγελία stylisée, σε ορισμένους ήχους και ρυθμούς που διαγράφει αυστηρά το μουσικό αρχιτεκτονικό σχέδιο.* 

-Συγχωρείστε με αγαπητέ μου, δέκοψε ο Καβάφης,  αλλά δεν έχω καμία γνώση μουσικής και δεν κατανοώ αυτά που με τόσο ενθουσιασμό  περιγράφετε. Ευελπιστώ ότι θα τα καταφέρω να είμαι παρών στην συναυλία σας. Όμως ήδη νιώθω κουρασμένος και θέλω να αποσυρθώ.

Χωρίς άλλη κουβέντα έκανε μεταβολή ο ποιητής και έφυγε από το κατάστρωμα. Ο Δημήτρης δεν πρόλαβε καν να αντιδράσει με την τόσο ξαφνική αποχώρηση του Καβάφη. Πόσα ακόμη είχε να του πει, πόσα να τον ρωτήσει. Μια θλίψη τον κυρίευσε. Σκεπτόταν μήπως η αγωνία του ποιητή βγει αληθινή. Είχε επιλέξει ποιήματα πρωτοποριακά και τολμηρά που μελοποίησε με παρόμοιο πρωτοποριακό και τολμηρό τρόπο. Θα τα τραγουδούσε ο ίδιος παίζοντας πιάνο ταυτόχρονα. Περίμενε με ανυπομονησία αυτή την ιδιωτική συναυλία. Κανείς ως τότε δεν είχε μελοποιήσει ποίηση του Καβάφη κι ένιωθε μεγάλη περηφάνια που τον συνάντησε νωρίτερα από την συναυλία.  Άνοιξε τις μουσικές σημειώσεις του στην τύχη και διάβασε τους πρώτους στίχους της πασσακάλιας** του κάτω από τις νότες για τις “Μέρες του 1903”

Δεν τα ηύρα πια ξανά - τα τόσο γρήγορα χαμένα…

τα ποιητικά τα μάτια, το χλωμό

το πρόσωπο… στο νύχτωμα του δρόμου…


Πλαισιώνω το μυθοπλαστικό μου αφήγημα με την Πασσακάλια όπως την μελοποίησε ο Δ. Μητρόπουλος


Lila Adamaki - Passacaglia (Days of 1903)


………………………………………………………………………………………..


*Ο ίδιος ο Μητρόπουλος σε ένα άρθρο στη «Νέα Εστία» φαίνεται να τα είπε πριν την εκτέλεση

**πασσακάλια: είναι μουσική φόρμα της εποχής του μπαρόκ, κύριο χαρακτηριστικό της οποίας είναι το επαναλαμβανόμενο βάσιμο σε τρίσημο ρυθμό. Την καταγωγή της έλκει από την Ισπανία του 17ου αιώνα, όπου υπήρξε με τη μορφή χορού, ενώ αργότερα έλαβε τη θέση της στη σουίτα, αλλά και ως αυτόνομο οργανικό κομμάτι. Δείγματα πασσακάλιας έχουμε από τον Φρανσουά Κουπρέν, τον Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, τον Ντήτριχ Μπουξτεχούντε, αλλά και από σύγχρονους συνθέτες, όπως τον Γκιέργκι Λίγκετι, τον Ντμίτρι Σοστακόβιτς και τον Βίτολντ Λουτοσλάφσκι.


Παρασκευή 14 Ιανουαρίου 2022

Ο Μύθος του Ιππότη Πεζάριο

 



Την ιστορία που θα σας πω μου την διηγήθηκε η γιαγιά μου όταν ήμουν παιδάκι και που την είχε ακούσει κι αυτή από την γιαγιά της. Ίσως στο πέρασμα των χρόνων κάποια πρόσωπα ή τοποθεσίες να μην υπήρξαν ποτέ ή να αλλοιώθηκαν από στόμα σε στόμα.

 Ήταν κάποτε ένας καβαλάρης όμορφος, ψηλός, γεροδεμένος με μακριά μαύρα μαλλιά και μάτια έξυπνα και φλογερά. Το όνομά του ήταν Πεζάριο. Ο πατέρας του ήταν από την Γένοβα κι η μάνα του Ελληνίδα, από την Κάρυστο.  Ήταν ένας φτωχός μα γενναίος καβαλάρης που η ζωή του ήταν μέσα στις μάχες και στον πόλεμο. Από την παιδική του ηλικία είχε εκπαιδευτεί στα όπλα και ζούσε στο Κοκκινόκαστρο μαζί με άλλους εκπαιδευόμενους. Η μόνη του περιουσία ήταν το περήφανο και πανέμορφο άλογό του που δεν αποχωριζόταν ποτέ. Κρατούσε έφιππος το ακόντιο και ήταν άριστος χειριστής. Αλλά και η τέχνη του στο σπαθί ήταν απαράμιλλη. Η φήμη του για την ανδρεία  και τα κατορθώματά  του ήταν μεγάλη και σύντομα του ζήτησαν να υπηρετήσει τον Γιβέρτο στο κάστρο της Χαλκίδας. Έτσι ο Πεζάριο έφυγε απ’ το Κοκκινόκαστρο με το άλογό του για να πάει στον νέο του αφέντη.

Στην διαδρομή πέρασε από δάση και βουνά και σε κάποιο μεγάλο άνοιγμα του δάσους είδε ένα χαμόσπιτο και μια γριά ν’ ανακατεύει κάτι σ’ ένα μεγάλο καζάνι πάνω σε φωτιά.

Σταμάτησε και την ρώτησε μήπως μαγείρευε φαγητό για να του δώσει να φάει. Αυτή, γύρισε και τον κοίταξε με πύρινα μάτια κι αφήνοντας την κουτάλα του είπε:

-Δεν μαγειρεύω φαγητό αλλά ανακατεύω βότανα που με βοηθάνε να μαντεύω την μοίρα των ανθρώπων. Θέλεις να σου πω το ριζικό σου;

Ο Πεζάριο θαρρετά την πλησίασε και δέχτηκε να του πει την μοίρα του.

Εκείνη πήρε μερικές εισπνοές πάνω απ’ τους ατμούς του καζανιού και του είπε να πλησιάσει.

-Δώσε μου το χέρι σου και θα σου πω.

Άπλωσε το χέρι του ο Πεζάριο  κι αφού αυτή μουρμούρισε λόγια ακαταλαβίστικα του είπε:

-Θα γνωρίσεις μια όμορφη κοπέλα κι η ζωή σου θα τελειώσει μέσα στο μέλι.

Έφυγε ο Πεζάριο για να συνεχίσει το ταξίδι του μέχρι που έφτασε στην Χαλκίδα χωρίς κάποιο άλλο απρόοπτο στον δρόμο του. 


Το κάστρο της Χαλκίδας είχε στρατηγική θέση και έλεγχε τα στενά του Ευρίπου και την πόλη της Χαλκίδας. Στάθηκε το κέντρο πολλών συγκρούσεων ανάμεσα σε Φράγκους, Βενετούς και Γενοβέζους. Ο Πεζάριο ήταν στις επάλξεις και πολεμούσε γενναία να διαφυλάξει την κυριαρχία του Γιβέρτου. Στο κάστρο αυτό ο Πεζάριο γνώρισε την Φελίτσια, την αδελφή του Γιβέρτου που μόλις τον αντίκρυσε  τον ερωτεύτηκε. Όμως κι αυτός ξελογιάστηκε απ’ την ομορφιά της. Οι δύο νέοι αγαπήθηκαν πολύ και παντρεύτηκαν κρυφά γιατί η οικογένεια της Φελίτσιας διαφωνούσε. Ο Πεζάριο ήταν φτωχός και ταπεινής καταγωγής. Η ανδρεία του και η αξιοσύνη του δεν ισοφάριζαν την ταπεινή καταγωγή του. ‘Ετσι οι δύο νέοι αποφάσισαν να φύγουν μαζί μια νύχτα πάνω στο άλογο του Πεζάριο. 

Το επόμενο πρωί ο Γιβέρτος έμαθε αυτή την εξέλιξη και  έστειλε τους στρατιώτες του να ψάξουν να βρουν το ζευγάρι. Τους βρήκαν να κρύβονται μέσα στο δάσος και τους έφεραν πίσω. Την Φελίτσια πάνω στο άλογο του Πεζάριο δεμένη κι αυτόν με δεμένα χέρια να περπατάει πεζός. Φτάνοντας στο Κάστρο, ο Γιβέρτος διέταξε τον θάνατο του Πεζάριο. Η Φελίτσια έπεσε στα πόδια του αδελφού της κλαίγοντας να μην τον σκοτώσουν, όμως αυτός είχε πάρει την απόφασή του. Το ίδιο κιόλας βράδυ τον κρέμασαν στο κέντρο του κάστρου και υποχρέωσαν την Φελίτσια να παρακολουθεί την εκτέλεσή του από το υψηλότερο δώμα του κάστρου.

 Όταν όλα τέλειωσαν η Φελίτσια κατέβηκε, πήρε το σώμα του Πεζάριο και το έβαλε μέσα σε λευκό μέλι από τον Ελικώνα. Είχε ακούσει ότι το λευκό μέλι του Ελικώνα είχε ταριχευτικές ιδιότητες και ο θρύλος έλεγε ότι σ’ αυτό είχαν ταριχεύσει τον Μ. Αλέξανδρο όταν πέθανε για να τον μεταφέρουν πίσω στην Μακεδονία.  Πίστευε ότι θα συντηρούσε μ’ αυτόν τον τρόπο τον αγαπημένο της αιώνια. Έτσι ο Πεζάριο τέλειωσε την ζωή του μέσα στο μέλι.

Α.Γ.


Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2021

Παραμονή Πρωτοχρονιάς





 Είναι παραμονή Πρωτοχρονιάς. Η μέρα είναι βροχερή μ’ έναν ουρανό μελανό από πυκνά και βαριά σύννεφα. Φαίνεται πως η γκρίζα αυτή ατμόσφαιρα θα κρατήσει για πολλές ώρες ίσως και μέρες. Πουθενά στον ορίζοντα δεν υπάρχει χαραμάδα φωτός και τα λιγοστά σπουργίτια κάθονται στα βρεγμένα κλαδιά του πεύκου απέναντι απ’ το παράθυρο του σαλονιού όπου στέκεται ο Μιχάλης. Κοιτάζει έξω τον δρόμο που στραφταλίζει απ’ τις ψιχάλες που εφορμούν πάνω του και σε κάποια σημεία έχουν γεμίσει τις λακκούβες του δρόμου με νερό. Κοιτάζει αδιάφορα, βαρετά τους ελάχιστους ανθρώπους που περπατούν με τις ομπρέλες τους και βιαστικοί να επιστρέφουν στα γειτονικά σπίτια  κρατώντας τσάντες με ψώνια.

   Το σπίτι του Μιχάλη είναι το πατρικό του σπίτι σε μια ήσυχη γειτονιά, λίγο πιο έξω απ’ το κέντρο της πόλης.  Εκεί μεγάλωσε με τους γονείς του και την αδελφή του Μαρία κι οι κάτοικοι, ειδικά οι πιο παλιοί λένε  ακόμη “καλημέρα” στον δρόμο. Η Μαρία, όταν παντρεύτηκε  έφυγε με τον άντρα της τον Αντρέα  για την Κρήτη όπου ζουν ευτυχισμένοι. 

   Ο Μιχάλης είναι πενηντάρης πια, παντρεμένος με την Ελένη που τώρα συγυρίζει μέσα στο σπίτι και μαγειρεύει. Περιμένουν απόψε τις κόρες τους και τους γαμπρούς τους μαζί με τους συμπεθέρους για να υποδεχτούν τον καινούργιο χρόνο.

   Κοιτάζει έξω απ’ το παράθυρο ο Μιχάλης κι ένα δάκρυ κυλά στο μάγουλό του. Γύρισε τον χρόνο πίσω, πολύ πίσω τότε που ήταν μόλις έξι ετών και θυμήθηκε τον πατέρα του τον Κώστα που τον ανέβασε σε μια καρέκλα, σ’ αυτό ακριβώς το παράθυρο και μαζί  κοίταζαν αυτόν τον ίδιο δρόμο που ήταν ακόμη χωματόδρομος. Ήταν και τότε παραμονή Πρωτοχρονιάς, πάλι μια βροχερή και μουντή μέρα σαν την σημερινή. Περίμενε ο Μιχάλης τον Αη-Βασίλη! Είχε ονειρευτεί μια κούρσα-παιχνίδι για δώρο. Πόσα όνειρα είχε κάνει γι’ αυτό το παιχνίδι. Το είχε δει στο σπίτι του φίλου του, του Τάκη, κάποια μέρα που είχε πάει να παίξουν. Κοίταζαν με τον πατέρα του τον λασπωμένο δρόμο, με τους διαβάτες και τότε να περπατούν βιαστικοί. Η βροχή δεν έλεγε να κοπάσει και ο ουρανός ήταν μαβής και αποκαρδιωτικός ακριβώς όπως και σήμερα.

-Μπαμπά, πώς θα έλθει ο Αη-Βασίλης με τέτοια βροχή; Εγώ ξέρω ότι έχει έλκηθρο. Θέλω να χιονίσει για να μου φέρει το δώρο μου.
-Μιχαλάκη μου, ο Αη-Βασίλης όλα τα μπορεί. Και με βροχή και με χιόνι και με ήλιο έρχεται. Θα έλθει και θα σου φέρει το δώρο σου. Μην ανησυχείς. Περίμενε.

   Περίμενε κι ο Μιχάλης, όπως περιμένουν όλα τα παιδιά με ανυπομονησία τον ερχομό του Αη-Βασίλη,  κοιτώντας έξω τον δρόμο με τον πατέρα του να του χαϊδεύει απαλά την πλάτη.

   Τι γλυκές θύμησες! Νοσταλγία για τότε που η χαρά κρυβόταν σ’ ελάχιστα πράγματα. Θυμήθηκε το τσιτσίρισμα των κάστανων που τα έψηνε ο πατέρας πάνω στην ξυλόσομπα και περίμενε ο Μιχάλης να έλθει η σειρά του να γευτεί τη ζεστή και γλυκιά λιχουδιά. Ή το τετράγωνο τραπέζι με το χειροποίητο δαντελωτό τραπεζομάντηλο που η μάνα του είχε ακουμπήσει τις πιατέλες με τα μελομακάρονα, τους κουραμπιέδες και τις δίπλες. Όμορφες γιορτινές μέρες, αξέχαστες με μυρωδιά ανθόνερου και κανέλας. Ένα κλαδί, κομμένο απ’ το απέναντι πεύκο, χωμένο σε μια γλάστρα και στολισμένο με λίγες μπάλες έδινε τον Χριστουγεννιάτικο τόνο στο χώρο. 

***

-Μιχάλη, μπορείς να έλθεις να με βοηθήσεις λίγο, σε παρακαλώ; ακούστηκε από μέσα η φωνή της Ελένης που τον ξύπνησε απ’ την ρέμβη.

Έφυγε ο Μιχάλης απ’ το παράθυρο και πήγε στην κουζίνα. Το μυαλό του, όμως, ήταν ακόμη πίσω κι ήθελε να πάει πάλι στο παράθυρο να κάνει την ανάστροφη διαδρομή του χρόνου που μόλις πριν λίγο είχε αρχίσει. Είχε πολλά χρόνια να κάνει ένα τέτοιο πισωγύρισμα κι αυτό που συνέβη σήμερα του έφερνε μια γλυκύτητα και ηρεμία στην ψυχή. Τελείωσε αυτό που του ζήτησε η γυναίκα του κι επέστρεψε στο παράθυρο του σαλονιού. Κοίταζε βουβός τη βροχή που δεν έλεγε να σταματήσει και ξάφνου μέσα στα λασπόνερα, καθώς ένας διαβάτης πέρασε φάνηκε ένα τυλιγμένο πακετάκι.

-Μπαμπά! κοίτα τι είναι αυτό;
-Ποιο Μιχαλάκη μου;
-Να, αυτό το πακετάκι εκεί δεξιά!
-Πάμε να δούμε

Βγήκαν κι οι δυο τρέχοντας και προχώρησαν στον λασπωμένο χωματόδρομο, στο σημείο που φαινόταν το πακετάκι. Με λαχτάρα ο Μιχάλης τόπιασε στα χέρια του. Ήταν ένα κουτάκι τυλιγμένο με γιορταστικό χαρτί. Βιαστικά έσκισε το χαρτί, λέρωσε τα χέρια του και φάνηκε το κουτάκι με την κούρσα-παιχνίδι!

-Ο Αη-Βασίλης τόφερε! Μα γιατί δεν τον είδα; Όλη την ώρα ήμουν εδώ!

Το παιδικό του μυαλό δεν μπόρεσε να θυμηθεί μέσα στην μεγάλη συγκινησιακή φόρτιση της στιγμής ότι κάποια συμφωνημένη στιγμή τον είχε φωνάξει η μάνα του στην κουζίνα και στο διάστημα αυτό βγήκε ο πατέρας του κι άφησε μέσα στη λάσπη το δωράκι.

***

Ακριβώς το ίδιο σκηνικό μετά από πολλά χρόνια, όμως δεν υπάρχει κάποια κούρσα-παιχνίδι στον βρεγμένο δρόμο να τον περιμένει. Μόνο η θύμηση υπάρχει, να παίζει το παιχνίδι της και να γεμίζει νοσταλγία την ψυχή του. Είναι ευτυχισμένος ο Μιχάλης!


A.Γ.


Παρασκευή 17 Δεκεμβρίου 2021

Χωρισμός

 



      Η αχλή απλώθηκε σαν αραχνοΰφαντο τούλι και σκέπασε το πάρκο, τους δρόμους και τα σπίτια. Η υγρασία του Φθινοπώρου ήταν συνηθισμένο φαινόμενο αυτή την ώρα. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει και τα πρώτα φώτα που άναψαν απ’ τους γύρω φανοστάτες έστελναν τις ακτίνες τους σαν ομπρέλες άυλες καλύπτοντας την περίμετρο της εμβέλειάς τους. Από μακριά έδιναν την εντύπωση κάποιας παράξενης σκηνής θεάτρου, έρημης από ηθοποιούς αλλά και χωρίς θεατές.  Τα παιδιά κι οι μητέρες που βρίσκονταν στο πάρκο νωρίτερα, είχαν φύγει. Μόνο ο απόηχος των τρεχαλητών κι οι πατημασιές στο χώμα απέμειναν. Σ’ ένα κλαδί κρεμόταν μια ξεχασμένη παιδική φανέλα να θυμίζει κάποιο παιδάκι που την ακούμπησε εκεί γιατί ζεστάθηκε απ’ το κυνηγητό και την έβγαλε. 

     Στο βάθος του πάρκου, πίσω απ’ τους κλαδεμένους θάμνους, φάνηκε ένας άνδρας να περπατάει σαν να μην ήξερε πού να πάει. Προχωρούσε πολύ αργά και είχε το κεφάλι του σκυφτό. Τα μαλλιά του ήταν αχτένιστα και είχε τα χέρια στις τσέπες του παντελονιού του. Έκανε ένα βήμα και κοντοστεκόταν. Έστριβε για λίγο το κεφάλι πίσω του λες κι αναρωτιόταν αν θα έπρεπε να επιστρέψει. Έκανε άλλο ένα βήμα μπροστά, μετά δύο, τρία πάλι με το κεφάλι σκυμμένο μέχρι που έφτασε κάτω από έναν φανοστάτη. Ήταν θλιμμένος, αξύριστος και το σακάκι του ξεκούμπωτο. Είχε φύγει για να λυτρωθεί απ’ το πρόβλημα του σπιτιού του ψάχνοντας το τυχαίο σωσίβιο της βαρετής πια ζωής του. Έμοιαζε με ηθοποιό που ξαφνικά εμφανίστηκε στο αλλόκοτο θέατρο, εκεί κάτω απ’ τον φανοστάτη, που όμως υποδυόταν τον μονόλογο της ύπαρξής του.

     Σκέφτηκε το χθεσινό πρωινό του Σαββάτου, του τελευταίου Σαββάτου που ήταν μαζί της. Είχε αποφασίσει να λείπει, να μην είναι εκεί παρών στην τελευταία πράξη της αναχώρησης. Μέσα του δεν άντεχε να βιώσει αυτή την κατάληξη της σχέσης τους. Δεν τα κατάφερε, όμως. Λες και κάποια φωνή τον έπειθε ότι έπρεπε να γευτεί το δηλητήριο της θλίψης μέχρι το τέλος. Κάποια αόρατα βαρυτικά πεδία τον εμπόδιζαν να φύγει. Ήταν μοιραίο να κλείσει αυτός την πόρτα πίσω της.  Οι τσάντες κι οι βαλίτσες της φουσκωμένες και κλειστές περίμεναν στα κάτω σκαλοπάτια λίγο πριν την έξοδο του σπιτιού τους. Ήλθε το αυτοκίνητο, πήρε ο οδηγός βιαστικά το βιός της και το έβαλε μέσα. Εκείνη, αγέρωχη κι αποφασισμένη επιθεώρησε τα δωμάτια του σπιτιού μη τυχόν κι είχε ξεχάσει κάτι. Δεν βρήκε τίποτε κι αμίλητη άρχισε να κατεβαίνει τα σκαλιά, σίγουρη ότι δεν θα επιστρέψει ποτέ πια. ‘Έτεινε να του δώσει τα κλειδιά της κοιτάζοντας πίσω απ’ αυτόν, στον κενό χώρο. Εκείνος, προσπαθώντας να μαζέψει τα κομμάτια που του παράτησε εκείνη, της είπε να κρατήσει τα κλειδιά. Της είπε ότι θα την περίμενε να γυρίσει, ότι την αγαπούσε. Εκείνη, χωρίς να τον κοιτάξει, χωρίς να του μιλήσει έφυγε. Σκληρό το τέλος…

     Κάθισε σ’ ένα παγκάκι μέσα στο σιωπηλό πάρκο. Μόνο η φωνή της νύχτας που έπεφτε μαύρη και σκοτεινή πέρα απ’ τις ακτίνες των φανοστατών ακουγόταν στ’ αυτιά του. Ήταν η μόνη του βουβή παρέα. Κρύφτηκε στην αγκαλιά της ζητώντας παρηγοριά στο σκοτάδι. Δυο δάκρυα ξέφυγαν απ’ τα μάτια του και τ’ άφησε να φτιάξουν το μονοπάτι τους στα μάγουλά του. Θόλωσαν τα μάτια του και το μυαλό του σταμάτησε. Έψαξε βιαστικά στην τσέπη του και έβγαλε τα τσιγάρα του. Άναψε ένα κι η φλόγα του σπίρτου φώτισε στιγμιαία το τσακισμένο του πρόσωπο. Μια, δυο ρουφηξιές σαν αναστεναγμοί χωρίς λύτρωση. Πολλά τα ερωτηματικά. Πού χάλασε η σχέση; Πού έφταιξε αυτός; Άραγε αγαπήθηκαν ποτέ;

     Προσπάθησε να ξαναζήσει στη μνήμη του τις χαρούμενες στιγμές μαζί της, τότε που έλαμπαν τα μάτια και των δύο από έρωτα. Μήπως ήταν μόνο πόθος; Αυτός πίστευε ότι την αγαπούσε. Δεν μπορούσε να σκεφτεί. Καθόταν μοναχός κι άκουγε τα τριζόνια που εμφανίστηκαν απρόσμενα συμμεριζόμενα το ζόρι του με τον μονότονο ρυθμό τους. Έμεινε εκεί αμήχανος γι’ αρκετή ώρα. Ένα έρημο σκυλί πέρασε, τον μύρισε κι έκατσε παράμερα. Ενώθηκαν οι αύρες τους και οι μοναξιές έγιναν δύο. Πίεσε τον εαυτό του να θυμηθεί τις όμορφες κοινές τους ώρες. Οι σκέψεις έρχονταν μπερδεμένες στο μυαλό του σαν άλυτα προβλήματα που δεν μπορούσε να διαχειριστεί μόνος του. Δεν έβρισκε καμιά εξήγηση στα γιατί που τον βασάνιζαν.

     Του είχε ανακοινώσει ότι ήθελε να χωρίσουν πριν δέκα μέρες. Δεν μπορούσε να το πιστέψει ότι χάθηκε η αγάπη τους. Πάλεψε να μάθει το γιατί. Εκείνη ήρεμα κι απλά του είπε ότι δεν τον αγαπούσε πια. Μήπως είχε μπει άλλος στη ζωή της; Εκείνη είπε “όχι”. Μόνο ότι ένιωθε την ζωή της εγκλωβισμένη με κάποιον άνθρωπο που της ήταν πλέον αδιάφορος. Δεν θέλησε να την πιέσει περισσότερο. Ήξερε καλά πως ό,τι του έλεγε αυτό ήταν. Δεν άλλαζε γνώμη ή άποψη. Δεν ήταν στον χαρακτήρα του να την παρακαλέσει. Οι μέρες που ακολούθησαν ήταν οι δυσκολότερες της ζωής του. Γι’ αυτόν όλα ήταν χωρίς νόημα, άχρωμα κι αισθανόταν χαμένος και παγιδευμένος σε χίλιες σκέψεις και λίγα λόγια. Μετά, όταν ήλθε η αγωνία του τέλους, η φυγή της του άφησε την καταραμένη κατάθλιψη.

      Κι όμως. Είχαν ζήσει στιγμές ανεπανάληπτες μαζί, τότε που πίστευε πως ο χρόνος είχε σταματήσει γι’ αυτούς. Τότε που το ευτυχισμένο παρόν τους είχε διαλύσει το ανιαρό παρελθόν της μοναξιάς τους σαν να άνθισε ξαφνικά το λουλούδι μιας πραγματικής αγάπης. Θυμήθηκε τους παλμούς της καρδιάς της που συμπλήρωναν τους ρυθμούς της δικής του καρδιάς. Μίλαγαν οι ψυχές τους μέσα απ’ τα μάτια τους. Κι έλαμπε εκείνη απ’ την τόση ευτυχία…

     Ω! Εκείνη ήταν η πηγή της ελπίδας του, το νόημα της ύπαρξής του. Κάθε λύπη και πόνος του πνιγόταν μέσα στα υγρά της μάτια που καθρεπτιζόταν το πρόσωπό του. Πόσο αποζητούσε αυτά τα μάτια που τα είχε λατρέψει απ’ την πρώτη στιγμή. Ήταν το υπήνεμο αγκυροβόλι του.

Του ήρθαν στο νου οι στίχοι του Ελύτη:



Σαν να μην κάτεχα, ο αγράμματος, πως είναι κει ακριβώς μέσα|
στην άκρα σιγαλιά, που ακούγονται οι πιο αποτρόπαιοι κρότοι
Και πως, αφότου αβάσταχτη έγινε στου αντρός τα στέρνα η μοναξιά,
σκόρπισε κι έσπειρε άστρα!

     Άρχισε να κρυώνει λίγο. Η νύχτα είχε εντελώς νικήσει τη μέρα κι αχνόφεγγαν τ’ αστέρια την Κυριακή αυτή του Νοέμβρη.  Αποζητούσε την θαλπωρή του σπιτιού του και σηκώθηκε να φύγει. Προχώρησε προς τα κει. Σταμάτησε όμως μόλις συνειδητοποίησε ότι στο άδειο σπίτι του, εκεί που η αγάπη ήταν παρελθόν, το κρύο ήταν μεγαλύτερο. Έκανε μεταβολή και πήγε προς την άλλη μεριά του πάρκου. Μαζί του σηκώθηκε κι ο σκύλος και χάθηκαν κι οι δυο στα μονοπάτια , σκιές μονάχες, απόμακρες, θλιβερές κι απελπισμένες.

     Άδειασε το παγκάκι κι απόμειναν τα τριζόνια κι οι φανοστάτες.

A.Γ.


Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2021

Χαμαιλέων

 

φωτογραφία: Δ. Ζαραφωνίτης



Με φώναξε Χαμαιλέων. Ταράχτηκα γιατί δεν ήμουν εγώ αλλά εκείνος. Περπατούσαμε μαζί στους καλαμιώνες κι είχε γίνει κίτρινος. Είμαστε πολλά χρόνια μαζί, αλλά ποτέ δεν με είχε φωνάξει με το όνομά του. Συνήθως δεν με αποκαλούσε τίποτε.


Στον αέρα τα φυλλώματα
θρόιζαν απαλά
ο ήλιος του καλοκαιριού έκαιγε το χώμα
τα μάτια του είχαν γουρλώσει
δεν ξέρω γιατί
συνήθως του αρέσει η ζέστη
κάτι τον ενόχλησε
Δεν ρώτησα
Περίμενα να μου πει


Με ξαναφώναξε Χαμαιλέων και τότε έσκυψα και τον σήκωσα μέσα στις παλάμες μου. Ήταν ακόμη κίτρινος, φοβισμένος και δειλός όπως τις περισσότερες φορές που βγαίναμε βόλτα μαζί.  Έτρεμαν τα πόδια του 


Μα είσαι λιοντάρι, του είπα
Δεν φοβούνται τα λιοντάρια
Τα λιοντάρια κυβερνούν
Λιοντάρι που σέρνεται, είπε αυτός
Και ποιον να κυβερνήσω στο χώμα
μυρμήγκια, σαύρες, κατσαρίδες ο λαός μου
τον φοβάμαι κι ας τρέφομαι από αυτόν
πάρε με από δω.


Ακούστηκε νερό που κύλαγε, ρυάκι ή ποταμάκι. Πήγα προς τα κει κι αυτός μέσα στις παλάμες μου ηρέμησε. Ξέρω ότι αγαπά και το νερό. Φτάσαμε. Ήταν όμορφα εκεί με δέντρα σκιερά και νοτισμένο χώμα. 


Σ’ αρέσει εδώ; τον ρώτησα
Τον άφησα κάτω, σε χλόη δροσερή
με κοίταξε με απορία και πρασίνισε

Ήξερα ότι δεν μπορούσε να δει το χρώμα του
Έβλεπε μόνο των άλλων το χρώμα

Βρήκες την ισορροπία σου, του είπα
Δεν βαριέσαι, μουρμούρισε
Πάνω και κάτω είναι όλα
κουράστηκα να είμαι μαζί σου
άσε με μόνο, γέρασα
δεν έχω άλλα περιθώρια
θέλω να μείνω μόνος
κατάλαβέ με

Δεν μπορώ, είσαι εγώ, είμαι εσύ
μαζί σου γνώρισα τον κόσμο
μ’ έμαθες να κρύβομαι 
και δεν μπορώ χωρίς εσένα
μην μου ζητάς αντίο


Αυτά τα χρώματα στα φύλλα των δέντρων το καλοκαίρι, τα ανοιχτά και σκούρα πράσινα, αυτά τα σχήματα κι οι σπίθες του ήλιου να χορεύουν ανάμεσά τους ήταν το καλύτερο καμουφλάζ για μένα. Σταθήκαμε μαζί για λίγο αμίλητοι ενώ πετούσαν πουλιά τριγύρω κάνοντας τρίλλιες και μελίσματα. 


Δεν κουνήθηκε
κόντεψα να τον  χάσω έτσι πράσινος που ήταν
Μίλησέ μου, του είπα
Δεν μπορώ χωρίς την φωνή σου
με ηρεμεί κι ας είναι κι αυτή πράσινη
Είπε με φωνή πράσινη ότι θέλει να κοιμηθεί εκεί δα
κοιμήσου κι εσύ δίπλα μου
στο υπόσχομαι δεν θα φύγω

Ξαπλώσαμε κι οι δύο δίπλα στο ρυάκι και ο ήχος του μας κοίμισε
φοβόμουν μην τον λιώσω σε κάποιο γύρισμα του κορμιού μου
Είδα όνειρο, ότι έφυγε
ότι έμεινα μόνη μου
ξύπνησα με κραυγή.
Ήταν ακόμη δίπλα μου
Ήρεμος, πράσινος, κοιμισμένος

Γιατί, αναρωτήθηκα, να είμαι εγώ εξαρτημένη απ’ αυτόν κι όχι το αντίθετο; Σηκώθηκα κι ήθελα να του κάνω το χατήρι, να τον αφήσω μόνο του και να τον απαλλάξω από μένα. Πήγα στο ρυάκι και μάζεψα πλακουδερές πέτρες, καμιά δεκαριά, μεγάλες και μικρές. Τις πήγα δίπλα του. Είχε ξυπνήσει.

Γκρίζες πέτρες, είπε
αποφάσισες κάτι;
βρήκες λύση; 

Έγινε κι εκείνος γκρι

Τυχαία τις μάζεψα
δεν ξέρω τι λες

Μέσα σου ξέρεις ότι δεν με χρειάζεσαι
Άσε με 
Γίνε εσύ λιοντάρι
και θα σου χαρίσω το ουράνιο τόξο.


Α.Γ.

ΥΓ. Είχα την τιμή και την χαρά να διαβαστεί το αφήγημά μου απ' την ηθοποιό, ποιήτρια, τραγουδοποιό και μουσική παραγωγό Φάνυ Πολέμη στην εκπομπή της την Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2021 στο Sin Radio. Η απόδοσή της είναι εξαιρετική και "Ο Χαμαιλέων" ακούγεται περίπου στην 1 ώρα και 18.30 λεπτά.

https://www.mixcloud.com/fanypolemi/fanorama-sin-2s-5-131221/?fbclid=IwAR1KdjCaegXG6y9UYzKs8tfVNf2lZ2A-Ze0gOoGpiew10tkPUzBobHt2aNQ

Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2021

Τραγικές Γυναίκες που ποτέ δεν έφυγαν...

     




  Μας άφησε το πούλμαν έξω από τον χώρο με τα αρχαία ερείπια στον ευρύτερο χώρο της Επιδαύρου. Είχαμε και μία ξεναγό μαζί μας που την ακολουθούσαμε και κάθε τόσο σταματούσε να μας δώσει πληροφορίες για την ιστορία τους και τον πολιτισμό τους. Στάθηκα λίγο πιο πίσω από τους άλλους γιατί κάτι μου κέντρισε την περιέργεια. Σαν να είδα κάτι να τρέχει ή να κρύβεται εκεί στα χαλάσματα. Πήγε το μυαλό μου πως ήταν κάποιο φίδι ή σαύρα κι ήμουν προσεκτικός. Σταμάτησα και περίμενα. Και τότε τρομαγμένος είδα να πλανώνται ίσκιοι στις ρωγμές και να ακούγονται θροΐσματα μανδυών και χλαμύδων απ’ το ελαφρύ αγέρι. Σκέφτηκα ότι θα είναι η φαντασία μου. Ήμουν έτοιμος να φύγω και να πάω στην ομάδα όταν είδα να ξεπετάγεται η φιγούρα της Εκάβης. Της γυναίκας που ήταν πότε δυναμική βασίλισσα και πότε σκύλα, πότε υπεράνθρωπη και πότε απάνθρωπη όταν τύφλωσε τον δολοφόνο του  γιού της. 


Ω αστροφεγγιά θεϊκή κι ω νύχτα αφέγγαρη,
γιατί με ξεσηκώσαν έτσι, μέσα στα σκοτάδια,
τρομάρες και φαντάσματα; Ω Γη σεβάσμια,
μάνα των μαυροφτέρουγων ονείρων,
μακριά από μένα η φοβερή ονειροφαντασιά
που μ᾽ έκρουσε μεσονυχτίς, για το παιδί μου
που ζει στη Θράκη

(Ευριπίδης: Εκάβη - απόσπασμα)

       Ανατρίχιασα ολόκληρος καθώς η άλλοτε ισχυρή βασίλισσα με κοίταζε σαν πονεμένη μάνα που έχασε όλα τα παιδιά της. Μου σφύριξε το αερικό στ’ αυτί ότι οι θεοί την λυπήθηκαν και την έκαναν σκυλί. Έμεινε για πάντα στην πατρίδα της γιατί οι γυναίκες δεν φεύγουν ποτέ.


Λήδα Πρωτοψάλτη - Οδηγήστε Με Ψυχοκόρες - Εκάβη



     Έφυγα τρέχοντας απ’ το σημείο εκείνο, φοβισμένος και πιστεύοντας ότι χάνω το μυαλό μου. Δεν είναι δυνατόν, σκέφτηκα, να συμβαίνουν αυτά τα πράγματα που ζω. Σίγουρα έχω παραισθήσεις, αλλοτριωμένη πραγματικότητα. Στο μεταξύ η ομάδα είχε προχωρήσει πολύ μπροστά κι είχα μείνει μόνος προσπαθώντας να καταλάβω τι έπαθα. 

   Καθώς βιαζόμουν να απομακρυνθώ,  στις πάνω κερκίδες του θεάτρου  βλέπω μια οπτασία να θρηνεί και να περπατάει με σκυμμένο κεφάλι. Μαρμαρώνω και ανοίγω το στόμα μου έκπληκτος. Μέσα στα κλάματα ακούγεται ένα όνομα: “Ιφιγένεια, κόρη μου σ’ έχασα για πάντα και φταίει ο πατέρας σου.” Τα μάτια της γεμάτα δάκρυα πέφτουν στα μάγουλά της και στα αναφιλητά της ζητάει το παιδί της που θυσιάστηκε. Ξαφνικά, η όψη της σκληραίνει και σπίθες χαράς κι αγαλλίασης βγαίνουν απ’ τα μάτια της. 

..."έτσι ξερνάει πεσμένος χάμω την ψυχή του και το αίμα του σαν ψιλή σφήνα ξεπετώντας,
 σαν μαύρες στάλες φονικής δροσιάς με ραίνει κι εύφρανε την ψυχή μου 
όχι πιο λίγο απ΄ ό,τι του θεού η βροχούλα τα σπαρτά στο πλούμισμά τους..
 Μόνος του το ποτήρι γιόμισε με τόσες στο σπίτι συμφορές, που ήρθε και το' πιε ο ίδιος"

(Αισχύλος: Αγαμέμνων - απόσπασμα)

Νιώθω την χαρά της γιατί εκδικήθηκε σκοτώνοντας τον υπαίτιο της θυσίας. Εκτέλεσε το σχέδιό της και δολοφονήθηκε απ’ τον γιο της. Έμεινε για πάντα στο παλάτι της γιατί οι γυναίκες δεν φεύγουν ποτέ. 
 

Νίκος Ξυδάκης - Κλυταιμνήστρα


Μελαγχόλησα. Πήγα και στάθηκα στην σκιά ενός δέντρου κι ήπια μια γουλιά νερό απ’ το παγούρι μου. Οι χτύποι της καρδιάς μου ήταν έντονοι. Έμεινα αποσβολωμένος κι εκστατικός. Φαινόταν ότι ο χρόνος  με είχε πάει σε άλλους αιώνες. Ξαφνικά  φάνηκε μια μαυροφορούσα γυναίκα να κλαίει και να χτυπιέται θρηνώντας τον θάνατο του αδελφού της. Το νεκρό του σώμα παραμένει άταφο για λόγους προδοσίας κι αυτή σπεύδει να υπακούσει στον θεϊκό νόμο να θάψει τον νεκρό αδελφό της αψηφώντας τον ανθρώπινο νόμο. Είναι η Αντιγόνη. 

Ούτε θα σε παρακαλούσα, μα ούτε
κι αν το' θελες ακόμα θα δεχόμουν
μ' ευχαρίστηση εγώ τη σύμπραξή σου·
μείνε με τις ιδέες σου εσύ, μα εκείνον
θα θάψω εγώ· γλυκός για μένα θα 'ναι,
σαν θα το κάμω, ο θάνατος· μαζί του,
σ' αγαπημένον πλάι αγαπημένη
θα κοίτωμαι, για τ' άγιο αυτό μου κρίμα·
γιατ' ειν' ο χρόνος πιο πολύς που πρέπει
στους κάτω πάρα στους εδώ ν' αρέσω,
αφού με κείνους θα 'μαι αιώνια· εσύ
μπορείς, αν θέλης, να περιφρονής
τα τίμια των θεών.

(Σοφοκλής: Αντιγόνη - απόσπασμα)

Με κυριεύει μια θλίψη, μια αγωνία και ένας κόμπος ανεβαίνει στον λαιμό μου. Βουίζει η απόφαση του βασιλιά να θαφτεί ζωντανή για την ανυπακοή της στον νόμο. Αυτή μοιρολογεί κι απαγχονίζεται. Μια τέτοια περήφανη κόρη να χαθεί και να μην προλάβουν να της πουν ότι της δόθηκε χάρη. Έμεινε για πάντα στην Θηβαϊκή γη γιατί οι γυναίκες δεν φεύγουν ποτέ.


Mikis Theodorakis: Antigone, Scene 4: How Dared You Disobey the Law?



Η παρέα μου άρχισε να με αναζητεί, αλλά εγώ είχα εκστασιαστεί απ’ την μοναδική μου εμπειρία και κρυβόμουν πίσω από θάμνους και δέντρα γιατί ήθελα να συνεχίσω αυτό το ταξίδι της φαντασίας. Όμως η ώρα είχε περάσει κι έπρεπε να επιστρέψουμε στο πούλμαν για την αναχώρηση. Άφησα αυτές τις γυναίκες να στοιχειώνουν στο Θέατρο της Επιδαύρου και στα ερείπια πιο κει χορεύοντας τους θρηνητικούς τους χορούς μέσα στους αιώνες.

Α.Γ.

Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2021

Επέστρεψε με χέρι νικημένο;

 





Τι είναι ένα χέρι; Δάχτυλα, παλάμη, τένοντες κι αρθρώσεις; Χέρι μικρό, μεγάλο, ανδρικό, γυναικείο, παιδικό. Χέρι απ’ όλες τις Ηπείρους και τις φυλές. Γέρικο σαν του παππού μου, που το θυμάμαι γεμάτο ρυτίδες και καφέ σημάδια και παιδικό, μικρό και άγουρο σαν το δικό μου που το έπιανε και το γέμιζε φιλιά. Χέρι σιωπηλό αλλά με τόσες ιστορίες πάνω του. Το χέρι της Εύας που το άπλωσε πάνω στο δέντρο, πήρε το μήλο, έφαγε και κόστισε στον άνθρωπο την φυγή απ’ την ευδαιμονία και το πέρασμα στις ωδίνες της βιοτής, της καθημερινότητας. 

Σαν εκείνη τη φορά, στο σχολείο που μας σήκωσε στον πίνακα ο δάσκαλος για να ελέγξει πόσο καλά μάθαμε την προπαίδεια και μού λαχε το επτά επί επτά. Κόμπιασα. Έπρεπε να απαντήσω σαν ρομπότ αυτόν τον τρομακτικό αριθμό “σαράντα εννιά” κι εγώ κοίταζα σαν χαμένη. Μου είπε να ανοίξω την παλάμη μου και μού ριξε μια βιτσιά που ακόμη θυμάμαι το τσούξιμο. Με στοίχειωσε αυτό το “σαράντα εννιά.” Δεν το έχω ξεπεράσει κι ας μένω στην οδό Πλουτάρχου 49. Όταν μετακόμισα σ’ αυτό το σπίτι είπα μέσα μου ότι θα ήταν η καλύτερη ευκαιρία να αντιμετωπίσω τον δράκο 49. Ακόμη υπάρχει μέσα μου. 

Σ’ αυτό το σπίτι όταν πήγα ο προηγούμενος ένοικος είχε αφήσει σ’ ένα ντουλάπι λίγα βιβλία. Τα ξέχασε ή τα παράτησε δεν ξέρω. Τα κοίταξα και ένα από αυτά με τίτλο “Παλατινή Ανθολογία” είχε ποιήματα από αρχαίους Έλληνες. Το έπιασα με το χέρι μου και το άνοιξα.  Εντυπωσιάστηκα γιατί βρήκα ένα ποίημα του Πλάτωνα ανάμεσα σε Σαπφώ, Μίμνερμο, Αρχίλοχο και άλλους. Έκπληξη για μένα, γιατί δεν γνώριζα τον Πλάτωνα ως ποιητή. Κι είχε ένα ποίημα “Το Μήλο”, που μιλάει για την αγάπη.

Αυτό το μήλο της αγάπης αλλά και της έριδας έφερε τον Πάρη  στο δίλημμα πού να το δώσει, σε ποιά ομορφότερη, ποιά να προτιμήσει και ποιές να κακοκαρδίσει. Σήκωσε  το χέρι του και το έδωσε στην Αφροδίτη,"τη καλλίστη." Ήλθε ο πόλεμος και το χέρι κρατούσε όπλο και σκότωνε, βίαζε, έκαιγε κι έκλεβε. Άφησε πίσω του στάχτη και όλεθρο αντί για την αγάπη που ζήταγε ο Πλάτων.

 Το χέρι της μάνας μου κράταγα στο νοσοκομείο όταν ήταν στα τελευταία της σάμπως να προσπαθούσα να της δώσω λίγη ζωή με το άγγιγμά μου και τόνιωθα αδύναμο με όλα τα σημάδια της παραίτησης γιατί εκείνη το έδινε σ’ ένα άλλο χέρι που δεν έβλεπα αλλά ένιωθα τον θάνατο να το αρπάζει. 

Τι είναι ένα χέρι; Πόσο πιο ωραία είναι δύο χέρια. Δύο χέρια υψωμένα, της ικεσίας. Η θεία Ρόζα τραγουδούσε τις “Νύχτες Καλοκαιριού” του Μπερλιόζ κι όταν έφτανε στο τέταρτο, “Απουσία”, σήκωνε τα δυό της χέρια ψηλά σαν να ζητούσε απ’ το υπερπέραν να φέρει πίσω την αγάπη της. Φορούσε ένα φόρεμα με φαρδιά μανίκια κι όπως την κοίταζα αποσβολωμένη νόμιζα ότι έβλεπα πότε μια νυχτερίδα και πότε έναν άγγελο. Τελικά η θεία Ρόζα εξελίχθηκε σε νυχτερίδα, ο Θεός να την αναπαύσει.

Δύο χέρια το ένα αντίκρυ από τ’ άλλο που σφίγγονται και με το άγγιγμά τους λένε λόγια. Σας έχει τύχει να κάνετε χειραψία με κάποιο χέρι άτονο; Νομίζεις ότι πιάνεις άχυρο ή κάτι τέτοιο. Τι να σου πει ένα τέτοιο χέρι. Σε διώχνει, σου προκαλεί αρνητικό συναίσθημα. Είναι όμως και κάποια άλλα χέρια που νιώθεις το αίμα να κυλάει στις φλέβες τους ζεστό και φιλικό και θέλεις πάλι να τα αγγίξεις γιατί σου μεταφέρουν μηνύματα ζωντάνιας και δύναμης. Με την αφή τους νομίζεις ότι έχεις και την γεύση και την μυρωδιά τους.

Χέρι δύναμης, χέρι παρηγοριάς, χέρι πονεμένο, πεινασμένο, ελεήμον, της αλληλεγγύης.  Χέρι κι όχι χωρίς χέρια, γιατί τα χέρια είναι οι ασπίδες μας. Χέρι του πρωτόγονου αλλά και του αστροναύτη, χέρι μεγαλειώδες και ποτέ νικημένο όσο υπάρχει ο άνθρωπος.

Α.Γ.


Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2021

Ο Μαύρος Κρίκος




 

Πήγε τόσο βαριεστημένη η Σίσσυ στη δουλειά απόψε. Κάθε βράδυ το ίδιο σκηνικό: μοναχικοί τύποι – άντρες και γυναίκες – που έρχονταν να πιουν και ξέσπαγαν την πίκρα τους πάνω της μόλις τους ετοίμαζε το ποτό.

— Χώρισα σήμερα με τη φίλη μου. Με παράτησε…, λέει ο ένας.

— Με απέλυσε το αφεντικό. «Δεν κάνω γι’ αυτή τη δουλειά», είπε. Πήρα κάτι λίγα για αποζημίωση κι ήρθα να πιω…, λέει μια άλλη.

— Μα του έδωσα τα παπούτσια στο χέρι! Όχι και να με κερατώνει μπροστά στα μάτια μου ο μαλάκας…, λέει μια τρίτη.

 Παρόμοια θέματα, απογοητεύσεις, προβλήματα κάθε μέρα. Και το μπαρ «Ο Μαύρος Κρίκος» ανοιχτό για όλες τις ταλαιπωρημένες ψυχές που έβρισκαν παρηγοριά στο ποτό και στη μπαρίστα.


   Στάθηκε για άλλη μια φορά πίσω από την μπάρα και περίμενε την πελατεία. Μπήκε ο Μίμης, γύρω στα σαράντα πέντε, και ζήτησε διπλό ουίσκι με πάγο. Πρώτη φορά τον έβλεπε· του έριξε δυο‑τρεις γρήγορες ματιές όσο ετοίμαζε το ποτό. Άφησε απαλά το ποτήρι μπροστά του κι εκείνος της έπιασε το χέρι.

— Περίμενε λίγο. Δεν έχει κόσμο για να βιάζεσαι. Θέλω να σε ρωτήσω κάτι.

— Λέγε τι θέλεις, απάντησε κοφτά η Σίσσυ.

Αρκετοί πελάτες τής την έπεφταν με διάφορους τρόπους και ήταν πάντα έτοιμη για αποστομωτική απάντηση.

— Θέλω να μου πεις γιατί το μαγαζί λέγεται «Μαύρος Κρίκος».

— Δεν ξέρω. Κάποτε είδα κλεφτά, στο γραφείο του αφεντικού, ότι είναι τοιχοκολλημένη η ιστορία. Απαγορεύεται να μπει κανείς εκεί μέσα χωρίς άδεια.


Τότε μπήκε μια παρέα και η Σίσσυ έτρεξε να πάρει παραγγελίες. Το μαγαζί γέμισε γρήγορα και, μέσα στη φασαρία, ο Μίμης τρύπωσε κρυφά στον απαγορευμένο χώρο πίσω από το παραβάν. Βρέθηκε σε ένα ευρύχωρο δωμάτιο με μεγάλο γραφείο και, στον αριστερό τοίχο, μια περγαμηνή σε κορνίζα. Με κεφαλαία γράμματα έγραφε:

ΤΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΤΟΥ ΜΑΥΡΟΥ ΚΡΙΚΟΥ

Ο Μίμης άρχισε να διαβάζει. Όσο προχωρούσε, τόσο γούρλωναν τα μάτια του. Λίγο πριν τελειώσει, ένιωσε στην πλάτη του ένα όπλο και άκουσε μια σκληρή φωνή:

— Μην γυρίσεις. Βάλε τα χέρια πίσω σου.

Πάγωσε. Έβαλε τα χέρια πίσω και κάποιος του τα έδεσε με σκοινί. Μετά του έδεσαν τα μάτια με μαύρο μαντήλι και ο άντρας με το όπλο τον έσπρωξε.

— Προχώρα.


Βγήκαν από μια πλαϊνή πόρτα στον δρόμο και τον έβαλαν σε ένα αμάξι. Πέντε άτομα μαζί του. Μετά από μισή ώρα τον έβγαλαν έξω. Ησυχία παντού, χώμα κάτω από τα πόδια του. Τον έσπρωχναν χωρίς να μιλούν, ώσπου ακούστηκαν σειρήνες. Ένας τυχαίος περαστικός είχε δει τον Μίμη δεμένο να τον σέρνουν στο αυτοκίνητο και ειδοποίησε την αστυνομία. Οι απαγωγείς τον παράτησαν και εξαφανίστηκαν λίγο πριν φτάσει το περιπολικό. Οι αστυνομικοί τον βρήκαν δεμένο και τον μετέφεραν στο τμήμα, όπου τους εξήγησε τι είχε συμβεί.


Με ένταλμα εισαγγελέα, οι αστυνομικοί έψαξαν όλους τους χώρους του μπαρ. Στο απαγορευμένο δωμάτιο βρήκαν το Μανιφέστο του Μαύρου Κρίκου, γραμμένο σε πάπυρο και κορνιζαρισμένο:

“Ορκιζόμαστε εμείς οι 12 στον Μαύρο Κρίκο, κόσμημα και σύμβολο. Μαύρο τιτάνιο η μορφή του και Κίνα η πατρίδα του. Πέρασαν πάνω του 40 φλόγες και χύθηκαν 40 σταγόνες αίμα μαύρης παρθένας. Τον κρέμασαν στο λαιμό μαύρου πάνθηρα 40 μέρες και σε μαύρη ορχιδέα 40 νύχτες. Έμεινε 40 μέρες και νύχτες στο Μαύρο Δάσος στις πηγές του Δούναβη και του Νέκαρ. Τον έβρεξαν 40 κύματα της Μαύρης Θάλασσας. Πρέπει να τον καθαγιάσουμε στο αίμα 40 ανδρών και 40 γυναικών και τότε θα κυβερνήσουμε τον κόσμο παραδίνοντάς τον στις Δυνάμεις του Σκότους και του Σατανά.”

Κάτω από τον πάπυρο, σε ένα ράφι, υπήρχε ένα μικρό μαύρο κουτί. Το άνοιξαν και είδαν μέσα τον μαύρο κρίκο πάνω σε μαύρο βελούδο.


Σύντομα εξιχνιάστηκαν δέκα περίεργες εξαφανίσεις και εξαρθρώθηκε η σπείρα των σατανιστών.


Α.Γ.


Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2021

Τα Πολύτιμα

 




Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε … είκοσι… τριάντα…πενήντα επτά κουμπιά μέσα σ’ ένα ξύλινο κουτί σε σχήμα βιβλίου. Είμαι τόσο χαρούμενη μ’ αυτά τα ξεχωριστά κουμπιά που έχουν χρώματα, μεγέθη και στολίδια πάνω τους. Η μαμά μου είναι μοδίστρα κι έχει πελάτισσες που έρχονται όχι μόνο για να ράψουν καινούργια ρούχα αλλά και να μεταποιήσουν παλιά. Η μαμά μου έχει μεγάλη ικανότητα να καταλαβαίνει τι θέλει η κάθε πελάτισσα. Με μια αλλαγή στα κουμπιά, στα πέτα και μια ζώνη με αγκράφα δίνει μια νέα μοδάτη νότα στο ρούχο. Εγώ μαζεύω τα κουμπιά που περισσεύουν και με εντυπωσιάζουν και τα βάζω σ’ αυτό το κουτί. Δεν είναι πολύ μεγάλο, κάπου 20 εκατοστά μήκος, 10 εκατοστά φάρδος και 5 εκατοστά βάθος. Μου το χάρισε ο μπαμπάς μου για να βάζω μέσα τα μολύβια, τις γόμες μου, τις ξύστρες μου. Σαν κασετίνα, ας πούμε, αλλά εγώ βάζω την συλλογή μου απ’ τα κουμπιά. Μπορώ να το βάλω όρθιο στην βιβλιοθήκη μου γιατί η ράχη του είναι όμοια με βιβλίο. Όμως, φοβάμαι μην ανοίξει και χάσω τον θησαυρό μου, γι’ αυτό το έχω πάνω στο γραφείο μου, δίπλα μου. Πολλές φορές το ανοίγω και χαζεύω τα κουμπιά. Να, τώρα χαϊδεύω ένα κρεμ κουμπί, μεγάλο που έχει στην μέση του ένα σχήμα σαν στρογγυλό κοχύλι στεφανωμένο με μια χρυσή μπορντούρα. Ένα άλλο, μεγάλο κι αυτό από έβενο με ομόκεντρους κύκλους που στην μέση έχει μια μενεξελιά χάντρα. Για δείτε κι αυτό το ξύλινο σε σχήμα πλατανόφυλλου. Κάποια κουμπιά είναι από βακελίτη, έχω ένα από ελεφαντόδοντο και δυό τρία από κόκκαλο καμήλας. Όταν διαβάζω τα μαθήματά μου, πολλές φορές κάνω διάλειμμα, το ανοίγω και χάνομαι στους κόσμους των κουμπιών μου. Ταξιδεύω τώρα στο φόρεμα μιας νύφης που στην πλάτη έχει τόσα πολλά κουμπιά σαν μαργαριτάρια με ασημένιο δέσιμο. Έχω στην συλλογή μου ένα απ’ αυτά τα κουμπιά που περίσσεψε όταν έρραψε η μαμά μου το νυφικό. Τι όμορφο φόρεμα και πόσο θα το θαύμαζαν οι καλεσμένοι μέσα στην εκκλησία. Και μπαίνει μέσα η γιαγιά μου που το μυαλό της δεν πάει και τόσο καλά για να μου δώσει ένα φιλάκι. Βλέπει το κουτί με τα κουμπιά κι αστράφτει το βλέμμα της. 

-Τι είναι αυτά;

-Κουμπιά είναι γιαγιά, δεν τα βλέπεις;

-Και τι τα θέλεις εσύ;

-Συλλογή κάνω γιαγιά μου. Μ’ αρέσουν

-Θέλω κι εγώ

-Αχ, γιαγιούλα μου δεν μπορώ να σου δώσω. Είναι πολύτιμα για μένα

-Θέλω κι εγώ πολύτιμα

-Γιαγιούλα μου, πήγαινε μέσα σε παρακαλώ. Θέλω να διαβάσω

-Μα δεν διαβάζεις. Παίζεις με τα πολύτιμα

Τότε φωνάζω την μαμά μου να έλθει να την πάρει γιατί δεν θα βρω άκρη. Έχει πάθει κάτι που το λένε άνοια, αλλά δεν ξέρω καλά τι είναι αυτό. Μου εξήγησε ο μπαμπάς μου ότι σημαίνει δεν έχω το νου μου σε ισορροπία, έχω χάσει το μυαλό μου. Την λυπάμαι την γιαγιά μου και την αγαπώ πολύ, αλλά τώρα με ενοχλεί.


*********************


Αποφάσισα σήμερα να κάνω μια εκκαθάριση στην αποθήκη όπου υπάρχει ένα σεντούκι των γονιών μου γεμάτο από φωτογραφίες, διακοσμητικά, ρούχα κι άλλα πράγματα διότι άρχισε να κυριαρχεί η εντροπία. Βλέπω ένα αντικείμενο τυλιγμένο σε ένα τραπεζομάντηλο και δεμένο κόμπο. Τι ‘ναι τούτο, λέω μέσα μου. Το ξεδιπλώνω και βλέπω το ξύλινο κουτί των παιδικών μου χρόνων! Η καρδιά μου πήγε να σπάσει. Δεν τολμούσα να το ανοίξω, δείλιαζα. Ήλθε στη μνήμη μου εκείνο το απόγευμα που γύρισα απ’ το σχολείο και δεν βρήκα το κουτί μου στο γραφείο μου. Έτσι και τότε η καρδιά μου πήγε να σπάσει. Έβαλα τις φωνές.

-Μαμά, μαμά πού είναι το κουτί μου;

-Δεν είναι στο γραφείο σου, κορίτσι μου;

-Όχι μαμά! Πού είναι το κουτί μου; Μήπως το πήρε η γιαγιά;

Στο μεταξύ άρχισα να κλαίω και να φωνάζω γιατί θυμήθηκα πόσο έντονα κοίταζε το κουτί η γιαγιά μου το προηγούμενο απόγευμα.

-Πάμε να την ρωτήσουμε, μην κλαις

Πήγα μέσα στην γιαγιά μου και της φώναζα:

-Εσύ πήρες το κουτί;

-Ποιό κουτί;

-Αυτό με τα κουμπιά

-Δεν ξέρω κουτί με κουμπιά

-Αχ, το πέταξες έ; Πού το πέταξες; Το κουτί με τα πολύτιμα. Δεν μ' αγαπάς

-Δεν ξέρω κουτί με πολύτιμα

-Λες ψέμματα, λες ψέμματα. Γιατί μου τόκανες αυτό; Θέλεις να πετάξω κι εγώ την μασέλα σου; ε; να μην μπορείς να φας; 

-Θα σου πάρουμε άλλο κουτί, μην κλαις, είπε η μαμά μου για να με παρηγορήσει

-Εγώ δεν θέλω άλλο κουτί, θέλω εκείνο με τους πολύτιμους θησαυρούς μου.

Και κλάματα υστερικά, φωνές, κραυγές μέχρι που ήλθε ο μπαμπάς μου να με πάρει στην αγκαλιά του και να με ηρεμήσει.


**********************************************

Τώρα, μπροστά στο κλειστό κουτί των παιδικών μου χρόνων, με την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά, αρχίζω πάλι να κλαίω, βουβά αυτή τη φορά. Με τρέμουλο στα χέρια ανοίγω το κουτί μου και βλέπω μέσα τον παιδικό μου θησαυρό. Χαϊδεύω τα κουμπιά μου, τα βρέχω με τα δάκρυά μου και φαντάζομαι ότι η γιαγιά μου πήρε το κουτί μου και το έκρυψε. Μέσα στην άνοιά της ήθελε να γίνει παιδάκι και να παίξει με τα δικά μου παιχνίδια, αλλά και η ίδια η άνοιά της δεν την άφησε να θυμηθεί ότι το έκρυψε στο παλιό σεντούκι.

A.Γ.


Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2013

H Μαθητική Ποδιά

 




Θα σας πω την ιστορία μου, πόσο πικράθηκα απ’ τη ζωή μου και πόσο ξέπεσα…δεν μπόρεσα ούτε εγώ να καταλάβω το γιατί. Το μόνο σίγουρο είναι ότι για το κατάντημά μου δεν φταίω εγώ. Ούτε κι έμαθα ποτέ ποιος φταίει. Αλλά και να το μάθω, δεν νομίζω ότι μπορώ ν’ αλλάξω πια κάτι. Η ύπαρξή μου έφτασε στο τέλος, όπως τελειώνουν κάποια στιγμή όλες οι υπάρξεις.

Ήμουν κάποτε το ρούχο που φόραγαν όλα τα κορίτσια που πήγαιναν σχολείο. Όλες οι μαθήτριες. Με φόραγαν το πρωί και ξεκινούσαν για το σχολείο. Εκεί είχε πολύ ενδιαφέρον. Βρισκόμουν σε συνεχή κίνηση.  Στην διαδρομή απ’ το σπίτι, είχα την ευκαιρία να δω τόσα πράγματα, άλλοτε όμορφα, όπως το χιόνι τον χειμώνα ή τα λουλούδια την άνοιξη, αλλά κι άσχημα κάποιες φορές, όπως καυγάδες των ανθρώπων ή των μαθητών. Μετά, στο σχολείο, βρισκόμουν πότε μέσα στις αίθουσες και πότε έξω στην αυλή και στον καθαρό αέρα. Πέρναγα αρκετές ώρες στο σχολείο. Τα κορίτσια επέστρεφαν το μεσημέρι στο σπίτι τους, κάνοντας την αντίστροφη διαδρομή που πάλι έβρισκα ευχάριστη. Μόλις έφταναν στο σπίτι τους, μ’ έβγαζαν προσεκτικά από πάνω τους, με κρέμαγαν σε μια κρεμάστρα μέχρι το άλλο πρωί που θα με φόραγαν πάλι. Κάποια κορίτσια δεν ήθελαν να μ’ αποχωριστούν κι οι μητέρες τους τα μάλωναν να με βγάλουν για να είμαι καθαρή την άλλη μέρα. Ήμουν τόσο χαρούμενη που βρισκόμουν σε τόσα διαφορετικά σώματα, σε τόσα διαφορετικά σπίτια κι η ζωή μου καθημερινά είχε ζωντάνια και δύναμη.

 Όμως οι πιο αγαπημένες μου μαθήτριες ήταν αυτές που πήγαιναν Γυμνάσιο. Είχα πιο ωραία γραμμή, είχα μεσούλα όμορφη. Στην αρχή ήμουν μαύρη κι είχα ένα άσπρο γιακαδάκι. Κάθε μέρα έβγαζαν το γιακαδάκι να το πλύνουν και με στόλιζαν μ’ ένα άλλο καθαρό.  Με φόραγαν με μια ζώνη στη μέση κι είχα κουμπάκια εμπρός από πάνω ως κάτω. Αλλά και τι λαχτάρες πέρασα δεν λέγεται...

Θυμάμαι εκείνη την χοντρή που την πήγε η μάνα της στο εμπορικό να με αγοράσει  και δεν της έμπαινα με τίποτε. Μ’ έσπρωχνε από δω η μάνα της  με τράβαγε από κει η πωλήτρια, πού να χωρέσω! Μέχρι που έσπασαν τα κουμπιά κι έγινε ο χαμός στο μαγαζί. Φώναζε η πωλήτρια ότι θα βρει το μπελά της κι ότι έπρεπε οπωσδήποτε να με αγοράσουν, φώναζε η μάνα της χοντρής ότι τι να με κάνουν αφού δεν χόραγα στην κορούλα της, φώναζε κι η χοντρή:

-Καλέ σιγά που είμαι χοντρή...πού να δεις κάτι άλλες στο σχολείο. Εσείς φταίτε που δεν έχετε φαρδιές ποδιές.

Έγινε επεισόδιο, ήλθε ο καταστηματάρχης και με κοίταζε έτσι που έχασκα χωρίς κουμπιά. Σαν ρόμπα ξεκούμπωτη ήμουν η κακομοίρα.

-Κυρά μου, κοίτα να σουλουπώσεις την κόρη σου που είναι σαν φάλαινα. Μόνο με παραγγελία θα καταφέρεις να της βάλεις ποδιά. Πάρε μια μοδίστρα να της φτιάξει μια ποδιά στα μέτρα της. Και τώρα άντε στο καλό.

-Σιγά που θα πεις την κόρη μου φάλαινα. Δεν θα σταυρώσεις πελάτη, αχαΐρευτε. Θα σου κάνω μεγάλη δυσφήμιση

-Σύρε κυρά μου στο καλό και δεν πα να κάνεις ό,τι θέλεις. Άντε, να εξυπηρετήσουμε και κανα πελάτη της προκοπής. Αν περίμενα από του σιναφιού σου, θάχα φαλιρίσει . Καλά, δεν βλέπεις ότι η κόρη σου είναι χοντρή; Βάλε γυαλιά.

-Θα δεις τι θα πάθεις! ούρλιαξε η μάνα κι έφυγε με την φάλαινα κόρη της ξαναμμένη.

‘Επειτα έπαιξα και στον κινηματογράφο, αμέ! Που λες,  με φόραγαν ηθοποιοί που έκαναν τις μαθήτριες και μάλιστα μια, η πιο τσαχπίνα, όταν με φόραγε είχε τόση χάρη κι ομορφιά που καμάρωνα. Τι ωραία που είχα περάσει τότε, πρόβες, γυρίσματα, ενθουσιασμός. Και μέσα και έξω απ’ το σχολείο ήταν διαφορετικά εκείνη τη φορά. Τα κορίτσια δεν φοβόνταν τους καθηγητές κι όλα ήταν ένα παιχνίδι. Άσε που άστραφτα από καθαριότητα και ήμουν ατσαλάκωτη. Πολύ το διασκέδασα.

Την άλλη φορά θυμάμαι που ήταν η πρώτη μέρα του σχολείου και μετά τον αγιασμό, ο Γυμνασιάρχης ζήτησε όλες τις μαθήτριες να περάσουν απ’ το γραφείο του. Πήγαν όλες και στήθηκαν στη σειρά απ’ έξω. Αυτός, πήρε ένα μέτρο και με μέτραγε να είμαι δεκαπέντε εκατοστά κάτω απ’ το γόνατο της κάθε μαθήτριας. Αν ήμουν παραπάνω ήταν ευχαριστημένος, αν όμως ήμουν λιγότερο έλεγε ότι δεν θα με δεχόταν  την επόμενη μέρα στην περίπτωση που δεν είχα μακρύνει στα εκατοστά του. Δεν κατάλαβα, τί ήταν τα «εκατοστά». Καλέ τί άνθρωπος ήταν αυτός. Δεν ήμουν σίγουρη, αλλά νομίζω ότι όπως έσκυβε και μέτραγε προσπαθούσε να δει κι άλλα πράγματα, ο Θεός να με συγχωρέσει!

Το αποτέλεσμα; Οι περισσότερες μαθήτριες έπρεπε να τακτοποιήσουν το μήκος μου αλλιώς ΑΠΟΥΣΙΑ! Δεν ήξερα τί είναι η απουσία, όλο γι’ αυτήν μιλούσαν, θα πρέπει να ήταν κάποια πολύ κακιά. Άσε τί πόνους τράβηξα με τις βελόνες και τις κλωστές να με ράβουν πιο κάτω για να κάνουν το χατήρι αυτού του παλαβού που με ήθελε δεκαπέντε εκατοστά κάτω απ’ το γόνατο. Τι τράβηξα μετά δεν λέγεται. Διότι όλες με ήθελαν κοντή αλλά με την απειλή της απουσίας έπρεπε να είμαι μακριά. Και τι έκαναν τα κορίτσια! Με τράβαγαν απ’ τη μέση, με σούρωναν και μ’ έδεναν σφιχτά με τη ζώνη ώσπου να πάνε σχολείο. Πωπω τί πίεση ένιωθα βρε αδερφέ μου, κοβόταν η ανάσα μου, πνιγόμουν. Μόλις έφταναν όμως εκεί, με αμόλαγαν προς τα κάτω γιατί η απουσία παραμόνευε κι εγώ ξαλάφρωνα. Τότε άρχισα να την συμπαθώ την απουσία.

Μετά από καιρό από μαύρη έγινα μπλε. Μ’ άρεσα καλύτερα σ’ αυτό το χρώμα. Σαν κόρακας ήμουν όταν ήμουν μαύρη και υπέφερα από κατάθλιψη. Όταν έγινα μπλε νόμισα ότι ήμουν θάλασσα ή ουρανός. Ξέφυγα απ’ την μαυρίλα της κόλασης κι ήλθα στο φως. Το γιακαδάκι όμως εξακολουθούσε να μου στολίζει τον λαιμό. Και τα κουμπιά έδωσαν τη θέση τους σε κάτι που το άκουσα «φερμουάρ». Με μια τραβηξιά χραπ, άνοιγα, με άλλη τραβηξιά χραπ, έκλεινα. Ωραίο παιχνίδι.

Αχ τι θυμήθηκα τώρα, ήταν Δεκέμβρης κι έκανε κρύο. Μόλις σχόλασε το σχολείο αυτή η Τούλα μ’ έβγαλε από πάνω της με τέτοιο μίσος, βρίζοντας κιόλας.

-Αμάν πια μ’ αυτή την παλιοποδιά, δεν την αντέχω άλλο!

Και βουρ το φερμουάρ ως κάτω. Μ’ έβγαλε και στα γρήγορα με πατίκωσε ανάμεσα στα βιβλία της, μέσα στην σχολική της τσάντα. Την άκουσα που μουρμούραγε:

-Σιγά μην πάω βόλτα μ’ αυτό το ρούχο!

Τότε πάγωσα.

Η Τούλα φόραγε μέσα από μένα, απ’ την ποδιά δηλαδή,  μια κλαρωτή φούστα κι ένα ζωηρόχρωμο πουκάμισο. Τίναξε και τα μαλλιά της προς τα πίσω. Πικράθηκα πολύ που τ’ άκουσα. Νόμιζα ότι μ’ αγαπούσαν, πόσο λάθος είχα.

Κυκλοφορούσα μετά σε πολλά σχέδια, με δυο πιέτες μπροστά ή με μια πιέτα μπροστά, με δυο ή τρεις τσέπες αλλά πάντα μπλε με άσπρο γιακά. Ώσπου μια μέρα σταμάτησαν όλες να με φοράνε πια. Είπαν τότε ότι έφερνα κατάθλιψη στα κορίτσια κι ότι καταπίεζα την προσωπικότητά τους. Δεν τα καταλάβαινα εγώ αυτά, νόμιζα ότι ήμουν το βολικό τους ρούχο για να μην λερώνουν με τις κιμωλίες τα ρούχα τους. Όμως αυτή η «κατάθλιψη» νίκησε. Ούτε η απουσία με υπερασπίστηκε. Σκασίλα της! Αυτή συνέχισε να υπάρχει και χωρίς εμένα.  Πετάχτηκα στα σκουπίδια, κι άρχισα να διαλύομαι. Βρώμικη, σκισμένη, κάπου καμμένη, τρυπημένη, χωρίς κουμπιά, χωρίς γιακά, χωρίς φερμουάρ. Σε κάποιες περιπτώσεις έγινα σφουγγαρόπανο και σερνόμουν στα πατώματα. Άλλες φορές με φόραγαν για να κάνουν δουλειές και είχα πασαλειφτεί με διαφόρων ειδών λερωματιές.

Έτσι εξαθλιωμένη με βρίσκεις πια φίλε μου, που είμαι μόνη σ’ αραχνιασμένους τόπους κι όλοι πια μ’ έχουν ξεχάσει.

Δημοσιεύθηκε στις 25 Ιανουαρίου 2013 στο Ηλεκτρονικό Περιοδικό “Λογοτεχνικό Μπιστρό” της Stella Samiotou Fitzsimons Η Μαθητική Ποδιά

http://literarybistro.blogspot.gr/2013/01/blog-post_25.html