Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2021

Ο Μαύρος Κρίκος




 

Πήγε τόσο βαριεστημένη η Σίσσυ στη δουλειά απόψε. Κάθε βράδυ το ίδιο σκηνικό: μοναχικοί τύποι – άντρες και γυναίκες – που έρχονταν να πιουν και ξέσπαγαν την πίκρα τους πάνω της μόλις τους ετοίμαζε το ποτό.

— Χώρισα σήμερα με τη φίλη μου. Με παράτησε…, λέει ο ένας.

— Με απέλυσε το αφεντικό. «Δεν κάνω γι’ αυτή τη δουλειά», είπε. Πήρα κάτι λίγα για αποζημίωση κι ήρθα να πιω…, λέει μια άλλη.

— Μα του έδωσα τα παπούτσια στο χέρι! Όχι και να με κερατώνει μπροστά στα μάτια μου ο μαλάκας…, λέει μια τρίτη.

 Παρόμοια θέματα, απογοητεύσεις, προβλήματα κάθε μέρα. Και το μπαρ «Ο Μαύρος Κρίκος» ανοιχτό για όλες τις ταλαιπωρημένες ψυχές που έβρισκαν παρηγοριά στο ποτό και στη μπαρίστα.


   Στάθηκε για άλλη μια φορά πίσω από την μπάρα και περίμενε την πελατεία. Μπήκε ο Μίμης, γύρω στα σαράντα πέντε, και ζήτησε διπλό ουίσκι με πάγο. Πρώτη φορά τον έβλεπε· του έριξε δυο‑τρεις γρήγορες ματιές όσο ετοίμαζε το ποτό. Άφησε απαλά το ποτήρι μπροστά του κι εκείνος της έπιασε το χέρι.

— Περίμενε λίγο. Δεν έχει κόσμο για να βιάζεσαι. Θέλω να σε ρωτήσω κάτι.

— Λέγε τι θέλεις, απάντησε κοφτά η Σίσσυ.

Αρκετοί πελάτες τής την έπεφταν με διάφορους τρόπους και ήταν πάντα έτοιμη για αποστομωτική απάντηση.

— Θέλω να μου πεις γιατί το μαγαζί λέγεται «Μαύρος Κρίκος».

— Δεν ξέρω. Κάποτε είδα κλεφτά, στο γραφείο του αφεντικού, ότι είναι τοιχοκολλημένη η ιστορία. Απαγορεύεται να μπει κανείς εκεί μέσα χωρίς άδεια.


Τότε μπήκε μια παρέα και η Σίσσυ έτρεξε να πάρει παραγγελίες. Το μαγαζί γέμισε γρήγορα και, μέσα στη φασαρία, ο Μίμης τρύπωσε κρυφά στον απαγορευμένο χώρο πίσω από το παραβάν. Βρέθηκε σε ένα ευρύχωρο δωμάτιο με μεγάλο γραφείο και, στον αριστερό τοίχο, μια περγαμηνή σε κορνίζα. Με κεφαλαία γράμματα έγραφε:

ΤΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΤΟΥ ΜΑΥΡΟΥ ΚΡΙΚΟΥ

Ο Μίμης άρχισε να διαβάζει. Όσο προχωρούσε, τόσο γούρλωναν τα μάτια του. Λίγο πριν τελειώσει, ένιωσε στην πλάτη του ένα όπλο και άκουσε μια σκληρή φωνή:

— Μην γυρίσεις. Βάλε τα χέρια πίσω σου.

Πάγωσε. Έβαλε τα χέρια πίσω και κάποιος του τα έδεσε με σκοινί. Μετά του έδεσαν τα μάτια με μαύρο μαντήλι και ο άντρας με το όπλο τον έσπρωξε.

— Προχώρα.


Βγήκαν από μια πλαϊνή πόρτα στον δρόμο και τον έβαλαν σε ένα αμάξι. Πέντε άτομα μαζί του. Μετά από μισή ώρα τον έβγαλαν έξω. Ησυχία παντού, χώμα κάτω από τα πόδια του. Τον έσπρωχναν χωρίς να μιλούν, ώσπου ακούστηκαν σειρήνες. Ένας τυχαίος περαστικός είχε δει τον Μίμη δεμένο να τον σέρνουν στο αυτοκίνητο και ειδοποίησε την αστυνομία. Οι απαγωγείς τον παράτησαν και εξαφανίστηκαν λίγο πριν φτάσει το περιπολικό. Οι αστυνομικοί τον βρήκαν δεμένο και τον μετέφεραν στο τμήμα, όπου τους εξήγησε τι είχε συμβεί.


Με ένταλμα εισαγγελέα, οι αστυνομικοί έψαξαν όλους τους χώρους του μπαρ. Στο απαγορευμένο δωμάτιο βρήκαν το Μανιφέστο του Μαύρου Κρίκου, γραμμένο σε πάπυρο και κορνιζαρισμένο:

“Ορκιζόμαστε εμείς οι 12 στον Μαύρο Κρίκο, κόσμημα και σύμβολο. Μαύρο τιτάνιο η μορφή του και Κίνα η πατρίδα του. Πέρασαν πάνω του 40 φλόγες και χύθηκαν 40 σταγόνες αίμα μαύρης παρθένας. Τον κρέμασαν στο λαιμό μαύρου πάνθηρα 40 μέρες και σε μαύρη ορχιδέα 40 νύχτες. Έμεινε 40 μέρες και νύχτες στο Μαύρο Δάσος στις πηγές του Δούναβη και του Νέκαρ. Τον έβρεξαν 40 κύματα της Μαύρης Θάλασσας. Πρέπει να τον καθαγιάσουμε στο αίμα 40 ανδρών και 40 γυναικών και τότε θα κυβερνήσουμε τον κόσμο παραδίνοντάς τον στις Δυνάμεις του Σκότους και του Σατανά.”

Κάτω από τον πάπυρο, σε ένα ράφι, υπήρχε ένα μικρό μαύρο κουτί. Το άνοιξαν και είδαν μέσα τον μαύρο κρίκο πάνω σε μαύρο βελούδο.


Σύντομα εξιχνιάστηκαν δέκα περίεργες εξαφανίσεις και εξαρθρώθηκε η σπείρα των σατανιστών.


Α.Γ.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου