Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026

Flow my tears, John Dowland

 

Το Flow my tears είναι ένα τραγούδι — μια άρια με συνοδεία λαούτου — του διακεκριμένου λαουτίστα και συνθέτη Τζον Ντάουλαντ (John Dowland, 1563–1626). Η αρχική του μορφή, με τίτλο Lacrimae Pavane (1596), έγινε γρήγορα η πιο διάσημη μελωδία του. Τόσο διάσημη, ώστε το όνομα του συνθέτη άρχισε να συνδέεται σχεδόν αυτόματα με το μοτίβο των δακρύων: Jo: dolandi de Lachrimae.

Πιστεύεται πως οι στίχοι γράφτηκαν ειδικά για τη μουσική — άρα μετά τη σύνθεση — και πιθανότατα από τον ίδιο τον Ντάουλαντ. Η μελαγχολία του δεν είναι επιφανειακή· είναι μια εσωτερική, σχεδόν τελετουργική κατάσταση, όπου το δάκρυ γίνεται μορφή, μοτίβο, αρχιτεκτονική. Τα Lachrimae δεν λειτουργούν όπως η μεταγενέστερη μουσική του Bach ή του Chopin. Δεν έχουν μια «τελική» μορφή, ένα κείμενο οριστικό. Είναι αέρινα, αφαιρετικά, σαν να αλλάζουν σχήμα κάθε φορά που τα αγγίζει ένας μουσικός.

                                                            John Dowland (1563-1626)

Την εποχή του Dowland, καμία εκτέλεση δεν ήταν ίδια με την προηγούμενη. Οι μουσικοί χειρίζονταν την παρτιτούρα όπως οι σημερινοί τζαζ αυτοσχεδιαστές: με ελευθερία, προσωπικό ύφος, μικρές παρεκκλίσεις που γίνονταν μέρος της ίδιας της ουσίας του έργου. 

Ο Holman επισημαίνει ότι η δύναμη των Lachrimae βρίσκεται στον πλούτο των μελωδιών τους, στον τρόπο που τα μοτίβα γεννούν το ένα το άλλο. Την ίδια στιγμή, πολλοί Άγγλοι συνθέτες της εποχής περιορίζονταν σε μία ή δύο ιδέες και τις «άπλωναν» με αντίστιξη που συχνά έμοιαζε περισσότερο με γέμισμα παρά με έμπνευση.

Ο Dowland κάνει το αντίθετο: κάθε φράση του είναι μια μικρή αποκάλυψη. Κάθε μοτίβο συνδέεται με το επόμενο σαν κρίκος σε αλυσίδα που δεν σπάει. Η μουσική του δεν διαχέεται — συμπυκνώνεται. Και μέσα σε αυτή τη συμπύκνωση γεννιέται η μελαγχολία του: όχι ως στολίδι, αλλά ως δομικό υλικό.

                                              John Dowland: Flow my tears (Lachrimae)



Άφησέ με να λιώσω σε δάκρυα.
Δεν έχω άλλη γη να σταθώ· είμαι εξόριστος από όλα.
Θέλω να χαθώ εκεί όπου η νύχτα
κρατάει το πιο μαύρο της πουλί
να τραγουδά την ντροπή του στο σκοτάδι.
Εκεί θέλω να μείνω,
μόνος, σαν κάτι που ξέπεσε από τον κόσμο
και κανείς δεν το ψάχνει πια.

Σβήστε, μάταια φώτα·
μην λάμπετε άλλο.
Καμιά νύχτα δεν είναι αρκετά σκοτεινή
για όσους μετράνε τις τελευταίες τους τύχες
μέσα στην απελπισία.
Το φως μόνο ντροπή φανερώνει.

Μη ζητήσω ποτέ παρηγοριά·
η συμπόνια έχει φύγει από κοντά μου.
Και οι μέρες μου — κουρασμένες, βαριές —
είναι γεμάτες μόνο από δάκρυα,
αναστεναγμούς και πνιχτούς στεναγμούς.
Όλη η χαρά έχει χαθεί.

Από την πιο ψηλή κορφή της ευτυχίας
ρίχτηκε η μοίρα μου στο κενό.
Και τώρα φόβος, λύπη και πόνος
είναι ό,τι μου αξίζει,
είναι οι μόνες μου προσδοκίες,
αφού η ελπίδα έχει πια σβήσει.

Ακούστε, σκιές που κατοικείτε στο σκοτάδι·
μάθετε να περιφρονείτε το φως.
Ευτυχισμένοι — ναι, ευτυχισμένοι —
όσοι στην κόλαση
δεν νιώθουν την περιφρόνηση του κόσμου.

                                                         (Ελεύθερη απόδοση δική μου)

Η επιρροή του Flow my tears υπήρξε βαθιά.
Πολλοί συνθέτες της εποχής έγραψαν δικές τους παραλλαγές πάνω στο θέμα του.
Ανάμεσά τους και ο John Bennet (1575–1614).


                                               Weep, o mine eyes - John Bennet (1575-1614) 

Αιώνες αργότερα, ο Benjamin Britten επιστρέφει στο ίδιο μοτίβο. Το 1950 συνθέτει το Lachrymae: Reflections on a Song of Dowland για τον Σκωτσέζο βιρτουόζο της βιόλας William Primrose.
Η πρώτη εκτέλεση έγινε από τους δύο τους στο Φεστιβάλ Aldeburgh, στις 20 Ιουνίου, στην ενοριακή εκκλησία του Aldeburgh.

Το θέμα του Dowland, με την χαρακτηριστική του κίνηση που ανεβαίνει και κατεβαίνει, επιτρέπει στον ακροατή να αναγνωρίζει εύκολα τις μεταμορφώσεις του Britten.
Στην αρχή του έργου, αχνές υπαινικτικές νύξεις του μοτίβου ανοίγουν τον δρόμο για μια ήσυχη, χαμηλή παρουσίαση του θέματος στη συνοδεία.
Η αρμονία παραμένει σύνθετη και αινιγματική σχεδόν μέχρι το τέλος —
όταν, σε μια στιγμή τεχνικής δεξιοτεχνίας και καλλιτεχνικής μαγείας, η μουσική του Britten αρχίζει να λιώνει μέσα στο απλό, εκφραστικό αρμονικό ιδίωμα του αρχικού τραγουδιού του Dowland.


Britten - Lachrymae, Op. 48a (Reflections on a Song of Dowland) - Viola and Orchestra version


                                    



Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

Maurice Ravel - Feria


Η Feria αποτελεί το ζωηρό, εκρηκτικό τέταρτο και τελευταίο μέρος της Rapsodie espagnole του Μωρίς Ραβέλ. Ο συνθέτης ορίζει ως ρυθμική αγωγή το assez animé («αρκετά ζωηρά»), και  πρόκειται για το εκτενέστερο τμήμα της σύνθεσης. Εδώ ο Ραβέλ συλλαμβάνει με δεξιοτεχνία την πανηγυρική, καρναβαλική ατμόσφαιρα μιας ισπανικής γιορτής, χρησιμοποιώντας πλούσια ορχηστρικά χρώματα, ένταση, ρυθμική ορμή και λαμπερή χαρά — στοιχεία που, κάτω από την επιφάνεια, διασταυρώνονται με λεπτές αποχρώσεις νοσταλγίας και μελαγχολίας.

Ο Ραβέλ συνέθεσε αυτή τη μουσική το 1907, αλλά την ενορχήστρωσε λίγο πριν την πρεμιέρα που έγινε στις 15 Μαρτίου 1908, με διευθυντή ορχήστρας τον Edouard Colonne σε μια από τις Παριζιάνικες συναυλίες του. 

Η Feria, μια γιορτινή σκηνή μεθυσμένη από ζωντάνια, εμφανίζεται αρκετά χρόνια μετά το «Fêtes» του Debussy από τα Trois Nocturnes, αλλά προηγείται του αντίστοιχου φεστιβαλικού φινάλε στην Ibéria, τη δεύτερη από τις Images pour orchestre. Ο Ravel διακόπτει τον ξέφρενο χορό του με ένα νωχελικό διάλειμμα, απαλό σαν σουέντ, όπου το αγγλικό κόρνο και το σόλο κλαρινέτο υφαίνουν μια βελούδινη μελωδία. Έπειτα αναδύεται το τετράφωνο μοτίβο της πρώτης κίνησης, πριν η γιορτή ξεσπάσει ξανά — πιο μανιασμένη, πιο εκτυφλωτική, πιο λαμπερή από πριν.



Maurice Ravel 1875 - 1937


Η Rapsodie espagnole — και ειδικά η Feria — είναι από τα έργα όπου ο Ravel δείχνει με τον πιο καθαρό τρόπο την εμμονή του με το χρώμα. Όχι το χρώμα ως διακόσμηση, αλλά ως δραματουργικό υλικό. Στη Feria δεν περιγράφει απλώς μια γιορτή· την κατασκευάζει σαν αρχιτέκτονας του ήχου.

Τα τμήματα της Feria που παίζονται χωρίς διακοπή είναι:
1.Prélude à la nuit
2.Malagueña
3.Habañera
4.Feria

Η Feria δεν είναι μόνο θόρυβος, χορός, φως. Είναι και μια στιγμή αναστολής, σχεδόν ερωτικής. Το νωχελικό διάλειμμα — εκείνο το «suede» που αναφέρει το κείμενο — είναι σαν να περνάς από το εκτυφλωτικό μεσημέρι σε μια σκιά όπου ο χρόνος επιβραδύνεται. Ο Ravel αγαπά αυτές τις αντιθέσεις: η γιορτή δεν είναι αληθινή αν δεν έχει μέσα της και μια στιγμή μοναξιάς.

Το τετράφωνο μοτίβο της πρώτης κίνησης που επιστρέφει εδώ λειτουργεί σαν υπόγειος δεσμός. Σαν να υπενθυμίζει ότι η γιορτή δεν είναι αποκομμένη από τον υπόλοιπο κόσμο του έργου· είναι μέρος μιας μεγαλύτερης ψυχολογικής διαδρομής. Ο Ravel δεν αφήνει τίποτα στην τύχη.

Δεν είναι «ισπανική» μουσική με την εθνογραφική έννοια. Είναι η Ισπανία όπως την ονειρεύεται ένας Γάλλος ιμπρεσιονιστής: υπερβολική, αισθησιακή, θεατρική. Μια Ισπανία-σκηνή, όχι Ισπανία-τόπος. Και αυτό της δίνει μια παράξενη, σχεδόν ονειρική αλήθεια.

Στο φινάλε, η ορχήστρα λάμπει σχεδόν εκτυφλωτικά. Είναι σαν να βλέπεις σπίθες, σαν να ακούς το φως να τρίζει. Ο Ravel έχει αυτή τη μοναδική ικανότητα: να κάνει την ορχήστρα να ακούγεται σαν υλικό — σαν μέταλλο, σαν ύφασμα, σαν πέτρα. Εδώ, η γιορτή γίνεται φωτεινή ύλη.

                                                 Ravel: Rapsodie espagnole, M. 54: IV. Feria







Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

George Butterworth: Rhapsody, A Shropshire Lad

 

Ο George Butterworth (1885–1916) υπήρξε μια από τις πιο εύθραυστες και φωτεινές μορφές της αγγλικής μουσικής των αρχών του 20ού αιώνα. Γνωστός για το ορχηστρικό ειδύλλιο The Banks of Green Willow και για τις μελοποιήσεις του πάνω στη συλλογή του A. E. Housman, A Shropshire Lad, (Ο Νεαρός από το Σρόπσαϊρ),  άφησε πίσω του ένα έργο μικρό σε όγκο αλλά βαθύ σε συγκίνηση -  σαν μια φωνή που πρόλαβε να ακουστεί μόνο για λίγο, πριν χαθεί.



George Butterworth, 1914



Η Rhapsody: A Shropshire Lad είναι ίσως η πιο καθαρή έκφραση αυτής της φωνής. Ένα έργο που μοιάζει να αιωρείται ανάμεσα στη νεότητα και την απώλεια, στην ανάμνηση και στη σιωπή. Συντέθηκε ανάμεσα στο 1911 και το 1913, λίγο πριν ο κόσμος αλλάξει ανεπιστρεπτί, και συχνά διαβάζεται ως μια άθελη προφητεία για τη γενιά που θα χαθεί στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο  -  ανάμεσά τους και ο ίδιος ο Butterworth, που έπεσε στη μάχη του Somme το 1916.

Η ραψωδία ανοίγει σε λα ελάσσονα, με ένα θέμα ήσυχο, σχεδόν ομιχλώδες, που περνά ανάμεσα σε βιόλες και κλαρινέτα. Η μουσική ανασαίνει με τον ρυθμό της αγγλικής υπαίθρου: διάφανες υφές, λυρικές γραμμές, μια μελαγχολία που δεν θρηνεί αλλά θυμάται. Στη μέση του έργου το φως μεγαλώνει, οι τονικότητες ανοίγουν, σαν να αναδύεται για λίγο η υπόσχεση της νεότητας. Κι όμως, στο τέλος, η μουσική επιστρέφει εκεί απ’ όπου ξεκίνησε - μόνο που τώρα το φλάουτο προσθέτει μια νέα, λεπτή φράση, σαν ψίθυρο που έρχεται από μακριά. Το τέλος είναι σχεδόν εξαϋλωμένο, σαν να σβήνει μια μορφή μέσα στο φως.

Αυτή η λεπτή, ανεπαίσθητη ελεγεία είναι η ουσία της Rhapsody: μια φωνή που δεν θρηνεί, αλλά θυμάται. Μια μουσική που κουβαλά την απλότητα και την τρυφερότητα του Housman, του ποιητή που ύμνησε τη νεότητα ακριβώς τη στιγμή που άρχιζε να χάνεται.

Είναι από τα πιο συχνά εκτελούμενα έργα του Butterworth.
Συμπυκνώνει την αγγλική λυρική παράδοση στις αρχές του 20ού αιώνα, δίπλα σε συνθέτες όπως ο Vaughan Williams και ο Finzi.



Το ποίημα που στάθηκε αφετηρία για τη ραψωδία είναι αυτό:


With rue my heart is laden
For golden friends I had
For many a rose-lipt maiden
And many a lightgoot lad

By brooks too broad for leaping
The lightfoot boys are laid;
The rose-lipt girls are sleeping
In fields where roses fade.





Με μια γεύση πίκρας βαραίνει
η καρδιά μου, για τους φίλους
που κάποτε έλαμπαν δίπλα μου,
για τα κορίτσια με τα ρόδινα χείλη
και τα αγόρια που πατούσαν τη γη
σαν να μην τα άγγιζε.

Στις όχθες, πλατιές σαν σύνορα,
έχουν ξαπλώσει τώρα οι γοργοπόδαροι·
κι οι ροδοστόλιστες κόρες κοιμούνται
σε λιβάδια όπου οι ρόδες
ξεθωριάζουν αθόρυβα.


(Ελεύθερη απόδοση δική μου)

George Butterworth - A Shropshire Lad (1912)