Ο George Butterworth (1885–1916) υπήρξε μια από τις πιο εύθραυστες και φωτεινές μορφές της αγγλικής μουσικής των αρχών του 20ού αιώνα. Γνωστός για το ορχηστρικό ειδύλλιο The Banks of Green Willow και για τις μελοποιήσεις του πάνω στη συλλογή του A. E. Housman, A Shropshire Lad, (Ο Νεαρός από το Σρόπσαϊρ), άφησε πίσω του ένα έργο μικρό σε όγκο αλλά βαθύ σε συγκίνηση - σαν μια φωνή που πρόλαβε να ακουστεί μόνο για λίγο, πριν χαθεί.
George Butterworth, 1914
Η Rhapsody: A Shropshire Lad είναι ίσως η πιο καθαρή έκφραση αυτής της φωνής. Ένα έργο που μοιάζει να αιωρείται ανάμεσα στη νεότητα και την απώλεια, στην ανάμνηση και στη σιωπή. Συντέθηκε ανάμεσα στο 1911 και το 1913, λίγο πριν ο κόσμος αλλάξει ανεπιστρεπτί, και συχνά διαβάζεται ως μια άθελη προφητεία για τη γενιά που θα χαθεί στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο - ανάμεσά τους και ο ίδιος ο Butterworth, που έπεσε στη μάχη του Somme το 1916.
Η ραψωδία ανοίγει σε λα ελάσσονα, με ένα θέμα ήσυχο, σχεδόν ομιχλώδες, που περνά ανάμεσα σε βιόλες και κλαρινέτα. Η μουσική ανασαίνει με τον ρυθμό της αγγλικής υπαίθρου: διάφανες υφές, λυρικές γραμμές, μια μελαγχολία που δεν θρηνεί αλλά θυμάται. Στη μέση του έργου το φως μεγαλώνει, οι τονικότητες ανοίγουν, σαν να αναδύεται για λίγο η υπόσχεση της νεότητας. Κι όμως, στο τέλος, η μουσική επιστρέφει εκεί απ’ όπου ξεκίνησε - μόνο που τώρα το φλάουτο προσθέτει μια νέα, λεπτή φράση, σαν ψίθυρο που έρχεται από μακριά. Το τέλος είναι σχεδόν εξαϋλωμένο, σαν να σβήνει μια μορφή μέσα στο φως.
Αυτή η λεπτή, ανεπαίσθητη ελεγεία είναι η ουσία της Rhapsody: μια φωνή που δεν θρηνεί, αλλά θυμάται. Μια μουσική που κουβαλά την απλότητα και την τρυφερότητα του Housman, του ποιητή που ύμνησε τη νεότητα ακριβώς τη στιγμή που άρχιζε να χάνεται.
Είναι από τα πιο συχνά εκτελούμενα έργα του Butterworth.
Συμπυκνώνει την αγγλική λυρική παράδοση στις αρχές του 20ού αιώνα, δίπλα σε συνθέτες όπως ο Vaughan Williams και ο Finzi.
Το ποίημα που στάθηκε αφετηρία για τη ραψωδία είναι αυτό:
Στο κείμενο που ακολουθεί θέλησα να δώσω μια ήρεμη, εορταστική νότα στον χρόνο που φεύγει.Διάλεξα μερικά μουσικά κομμάτια που, το καθένα με τον δικό του τρόπο, φωτίζουν τη στιγμή της μετάβασης: από την ομίχλη προς το φως, από την προσμονή προς την αρχή. Είναι μια μικρή τελετουργία για την αλλαγή του χρόνου. Μια διαδρομή μέσα από ήχους που ανασαίνουν, θυμούνται, υπόσχονται.
Στην αρχή, πριν ακόμη ο χρόνος αποφασίσει να αλλάξει, υπάρχει μια λεπτή ομίχλη. Ο αέρας μοιάζει να κρατά την αναπνοή του, σαν να περιμένει ένα αόρατο νεύμα. Είναι η στιγμή που ο κόσμος δεν είναι ούτε παλιός ούτε νέος, απλώς αιωρείται.
Και τότε, μέσα από αυτή τη σιωπηλή αιώρηση, αρχίζει να ακούγεται ένα απαλό πιάνο. Όχι μελωδία που δηλώνει κάτι, αλλά μια σκέψη που δοκιμάζει τις πρώτες της λέξεις. Οι ηλεκτρονικές υφές απλώνονται σαν λεπτή χειμωνιάτικη ομίχλη, και ο κόσμος φωτίζεται από ένα γαλακτερό, τρυφερό φως. Ο χρόνος δεν αλλάζει με θόρυβο, αλλάζει με μια ήρεμη, σχεδόν ανεπαίσθητη αναπνοή.
Ólafur Arnalds - Near Light
Όταν η ομίχλη αρχίζει να αραιώνει, εμφανίζεται ένα μικρό, καθαρό φως. Όχι εκτυφλωτικό· ένα φως που μοιάζει με κερί σε παρεκκλήσι, με φωνές που ψιθυρίζουν ευχές χωρίς να ξέρουν ακόμη τι σημαίνουν. Είναι η στιγμή της αθωότητας, της απλής, σχεδόν παιδικής προσμονής. Η χορωδία μοιάζει να λέει: «Κάτι νέο έρχεται. Ας το υποδεχτούμε καθαρά».
Και το φως περνά από το παράθυρο σαν λεπτή λωρίδα χειμωνιάτικου ήλιου.
"A New Year Carol" Benjamin Britten
Καθώς πλησιάζουν τα μεσάνυχτα, ο κόσμος αλλάζει ρυθμό. Οι σκέψεις αρχίζουν να γυρίζουν κυκλικά, σαν εκκρεμές που δεν μετράει τον χρόνο αλλά τον μεταμορφώνει. Κάθε επανάληψη μοιάζει με υπόσχεση που ωριμάζει σιωπηλά. Η νύχτα αντιστέκεται λίγο ακόμη. Τίποτα δεν κορυφώνεται , όλα απλώς επιμένουν.
Είναι η στιγμή πριν από την αλλαγή, όταν όλα μοιάζουν πιθανά και τίποτα ακόμη δεν έχει ειπωθεί.
Satyagraha: Act II: Confrontation and Rescue
Και τότε, σαν να ανοίγει η αυλαία ενός μικρού, ιδιωτικού θεάτρου, αρχίζει να ακούγεται ένα βαλς. Όχι θριαμβευτικό· ένα βαλς που χαμογελά μελαγχολικά, σαν άνθρωπος που χορεύει ενώ σκέφτεται κάτι που δεν λέγεται. Η χαρά περνάει, αλλά πάντα με μια μικρή ρωγμή. Το βαλς στριφογυρίζει όχι για να ζαλιστεί, αλλά για να θυμηθεί.
Και μέσα σε αυτή τη γλυκόπικρη κομψότητα, ο νέος χρόνος μπαίνει —όχι σαν θρίαμβος, αλλά σαν μια ήσυχη υπόσχεση που περιμένει να την ανακαλύψεις.
Η μελοποίηση του Le Papillon et la Fleur (Η Πεταλούδα και το Λουλούδι) είναι το πρώτο δημοσιευμένο έργο του Gabriel Fauré (Op. 1, No. 1) — ένα είδος μουσικής “γέννησης” του συνθέτη. Συντέθηκε το 1868 και εκδόθηκε λίγο αργότερα, όταν ο Fauré ήταν μόλις 23 ετών.
Το τραγούδι αυτό είναι απ’ τα πολύ πρώιμα της καριέρας του Φωρέ (1845-1924) και ήταν στην πραγματικότητα η πρώτη του δημοσιευμένη σύνθεση (op. 1/1 1865). Παρότι είναι νεανικό έργο, ήδη διακρίνεται η ευαισθησία, η λεπτότητα και η καθαρή μελωδική γραμμή που θα χαρακτηρίσουν όλη του τη δημιουργία.
To τραγούδι ή η μελωδία, όπως το αποκαλούσε ο Φωρέ, είναι μια επιδέξια απόδοση του συγκινητικά περιγραφικού ποιήματος του Β. Ουγκώ (1802-1885) Το τραγούδι περιγράφει τις ερωτικές προσεγγίσεις ενός λουλουδιού προς μια πεταλούδα που το επισκέπτεται, που το πρώτο με παράπονο εκφράζει πόσο ελεύθερα τριγυρνάει η πεταλούδα χωρίς ρίζες στην γη κι επισκέπτεται πολυάριθμα λουλούδια.
Le Papillon et La Fleur (Op.1 No.1) - Gabriel Fauré
Το ταπεινό λουλούδι είπε στην ουράνια πεταλούδα:
Μην απομακρυνθείς.
Δες πόσο αλλιώτικες είναι οι μοίρες μας:
εγώ ριζωμένο στη γη,
εσύ γεννημένη για ταξίδι.
Κι όμως αγαπιόμαστε· ζούμε μακριά από τους ανθρώπους,
έξω απ’ τον κόσμο τους,
και μοιάζουμε τόσο πολύ — λένε μάλιστα πως κι οι δυο
είμαστε λουλούδια.
Μα, αλίμονο! Ο αέρας σε παίρνει μακριά
κι η γη με κρατά δεμένη.
Τι άδικη μοίρα.
Θα ’θελα η ανάσα μου να μοσχοβολήσει το πέταγμά σου
εκεί ψηλά στον ουρανό.
Μα όχι· πας πολύ μακριά. Χάνεσαι ανάμεσα σε άπειρα άνθη,
φεύγεις πέρα,
κι εγώ μένω μονάχο, να βλέπω τη σκιά μου
να γυρίζει γύρω απ’ τα πόδια μου.
(ελεύθερη απόδοση δική μου, από την αγγλική μετάφραση του Richard Stokes)
Το εξώφυλλο του χειρόγραφου (όπου ο συνθέτης κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια να γράψει καλλιγραφικά τον τίτλο απ’ το να ταιριάξει απόλυτα τα λόγια του ποιήματος κάτω απ’ την μουσική του) περιέχει ένα χαριτωμένο σκίτσο ενός λουλουδιού με λεπτούς βραχίονες να κοιτάζει μια πεταλούδα που τριγυρίζει φορώντας ένα στέμμα. Αυτό το σκίτσο το έκανε ο Σαιν-Σανς, δάσκαλος του Φωρέ στην École Niedermeyer, προφανώς φανερά ενθουσιασμένος για το επίτευγμα του μαθητή του.
Οι σχολιαστές σημειώνουν ότι το ύφος θυμίζει λίγο Schumann ή Mendelssohn — πιο “τραγουδιστικό”, πιο ρομαντικό, πριν ο Fauré βρει το δικό του ώριμο, αέρινο ύφος. Το ποίημα του Ουγκώ έχει μια σχεδόν παιδική, ρυθμική απλότητα. Ο Fauré το αγκαλιάζει με μια μελωδία που κυλάει απαλά, σαν διάλογος ανάμεσα σε δύο πλάσματα. Οι συνοδευτικές φιγούρες στο πιάνο μιμούνται το πέταγμα της πεταλούδας — ανάλαφρες, γρήγορες, με μικρές αναπηδήσεις. Όταν μιλά το λουλούδι, η μουσική γίνεται πιο στατική, πιο γήινη. Η πεταλούδα “φεύγει” με μικρές ανηφορικές φράσεις.Το λουλούδι “μένει” με καθοδικές, πιο γειωμένες γραμμές. Στους τελευταίους στίχους η μουσική γίνεται πιο θερμή, πιο εκτεταμένη, σαν να ανοίγει η καρδιά του λουλουδιού.
Αξίζει να σημειωθεί ότι είναι η πρώτη φορά που ο Fauré εμφανίζεται ως συνθέτης mélodie — ένα είδος στο οποίο θα γίνει αργότερα κορυφαίος. Δείχνει την αγάπη του για την ποίηση, που θα τον συνοδεύσει σε όλη του τη ζωή. Αποκαλύπτει την ικανότητά του να “ακούει” την ψυχολογία των στίχων — κάτι που ταιριάζει πολύ με τη δική σου ευαισθησία στη δραματουργία.