Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

Elizabeth Barrett Browning

 Η Elizabeth Barrett Browning  (6 Μαρτίου 1806 - 29 Ιουνίου 1861) υπήρξε μία από τις σημαντικότερες ποιήτριες της βικτωριανής εποχής, γνωστή για την πνευματικότητα, την κοινωνική της ευαισθησία και τον βαθύ λυρισμό της. Η ζωή της σημαδεύτηκε από χρόνια ασθένεια, αλλά και από έναν από τους πιο θρυλικούς λογοτεχνικούς έρωτες: τη σχέση και τον γάμο της με τον ποιητή Robert Browning. 

Γεννήθηκε στις 6 Μαρτίου 1806 στο Coxhoe, County Durham της Αγγλίας. Ήταν η πρωτότοκη από 12 παιδιά. Άρχισε να γράφει ποίηση από τα έντεκα της χρόνια. Η μητέρα της διατήρησε μεγάλο αρχείο με τα παιδικά της ποιήματα — ένα από τα μεγαλύτερα σωζόμενα αρχεία νεανικής γραφής στην αγγλική λογοτεχνία. 

Στα 15 της αρρώστησε σοβαρά και υπέφερε από χρόνιους πόνους στη σπονδυλική στήλη και το κεφάλι. Αργότερα εμφάνισε και προβλήματα στους πνεύμονες, πιθανώς φυματίωση. Έπαιρνε laudanum ( οπιούχο παρασκεύασμα — βάμμα οπίου) για τον πόνο, κάτι που επηρέασε την υγεία της σε όλη της τη ζωή. 

Το 1846 παντρεύτηκε τον ποιητή Robert Browning, παρά την αντίθεση του πατέρα της. Έφυγαν για την Ιταλία, όπου έζησαν ευτυχισμένα και απέκτησαν έναν γιο, τον Pen. Κατά τη διάρκεια του γάμου τους, η φήμη της ξεπερνούσε εκείνη του συζύγου της — οι επισκέπτες στη Φλωρεντία πήγαιναν κυρίως για να τη δουν.

Κύρια έργα:
Sonnets from the Portuguese (1850)
Η πιο διάσημη συλλογή της — περιλαμβάνει το σονέτο “How Do I Love Thee?”.

How do I love thee? Let me count the ways.
I love thee to the depth and breadth and height
My soul can reach, when feeling out of sight
For the ends of being and ideal grace.
I love thee to the level of every day’s
Most quiet need, by sun and candle-light.
I love thee freely, as men strive for right.
I love thee purely, as they turn from praise.
I love thee with the passion put to use
In my old griefs, and with my childhood’s faith.
I love thee with a love I seemed to lose
With my lost saints. I love thee with the breath,
Smiles, tears, of all my life; and, if God choose,
I shall but love thee better after death.

Aurora Leigh (1856)
Ένα εκτενές ποιητικό μυθιστόρημα με φεμινιστικό και κοινωνικό περιεχόμενο.

Ποιήματα για ανθρώπινα δικαιώματα, κατά της παιδικής εργασίας και της δουλείας. 

Τα Sonnets from the Portuguese (Σονέτα από την Πορτογαλίδα)  είναι μια συλλογή 44 ερωτικών σονέτων της Elizabeth Barrett Browning, γραμμένων κατά τη διάρκεια του έρωτά της με τον Robert Browning και δημοσιευμένων το 1850. Πρόκειται για μια από τις πιο τρυφερές, ειλικρινείς και λογοτεχνικά σημαντικές εξομολογήσεις αγάπης στη βικτωριανή ποίηση.

Καταγράφουν την πορεία της ποιήτριας από την αυτοαμφιβολία και την άρνηση του έρωτα   προς την αποδοχή, την εμπιστοσύνη και τελικά την πλήρη αφοσίωση στον Robert Browning. Γράφτηκαν ιδιωτικά, χωρίς πρόθεση δημοσίευσης. Ο Robert Browning την ενθάρρυνε να τα εκδώσει, αναγνωρίζοντας τη λογοτεχνική τους αξία.

Ο τίτλος είναι σκόπιμα παραπλανητικός: Η Elizabeth ήθελε να κρύψει ότι τα ποιήματα ήταν αυτοβιογραφικά. Ο Robert την αποκαλούσε χαϊδευτικά “my little Portuguese” λόγω της μελαχρινής της όψης. Έτσι, ο τίτλος υπονοεί ότι πρόκειται για «μεταφράσεις» από άλλη γλώσσα — ενώ είναι δικά της ποιήματα.

Θεωρούνται σημαντικά γιατί συγκρίθηκαν με τα σονέτα του Shakespeare για την τεχνική τους αρτιότητα.  Αποτελούν ένα από τα πιο ειλικρινή πορτρέτα έρωτα στη δυτική λογοτεχνία. Ανέδειξαν τη Browning ως μία από τις μεγάλες φωνές της βικτωριανής ποίησης. Παραμένουν μέχρι σήμερα από τα πιο δημοφιλή ερωτικά ποιήματα παγκοσμίως.

Πώς σ’ αγαπώ; Άφησέ με να μετρήσω τους τρόπους.
Σ’ αγαπώ στο βάθος, στο πλάτος, στο ύψος
που η ψυχή μου φτάνει, ψαύοντας στο άδηλο
τα πέρατα της ύπαρξης και της ιδανικής χάρης.
Σ’ αγαπώ στο μέτρο της κάθε μέρας,
στην πιο σιωπηλή ανάγκη, με ήλιο ή με κερί.
Σ’ αγαπώ ελεύθερα, όπως οι άνθρωποι παλεύουν για το δίκιο.
Σ’ αγαπώ καθαρά, όπως γυρίζουν από τον έπαινο.
Σ’ αγαπώ με το πάθος που ξοδεύτηκε
στα παλιά μου βάσανα, και με την πίστη της παιδικής μου ηλικίας.
Σ’ αγαπώ με μια αγάπη που νόμιζα χαμένη
μαζί με τους αγίους που έχασα. Σ’ αγαπώ με την ανάσα,
τα χαμόγελα, τα δάκρυα όλης μου της ζωής· κι αν ο Θεός το θελήσει,
θα σ’ αγαπώ ακόμη πιο βαθιά μετά τον θάνατο.


Αν έπρεπε να διαλέξω ένα κομμάτι που αγκαλιάζει τέλεια το ποίημα, θα ήταν:
“Spiegel im Spiegel” – Arvo Pärt

Είναι καθαρό σαν προσευχή, αφήνει χώρο στη φωνή, έχει την ίδια αίσθηση «μέτρησης» και επανάληψης που έχει το σονέτο, και στο τέλος ανοίγει προς το άπειρο — όπως η υπόσχεση «after death».


Renaud Capuçon plays Arvo Pärt: Spiegel im Spiegel (with pianist Guillaume Bellom)

Edwin Yorke Bowen

 Ο Edwin Yorke Bowen (1884-1961) γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1884, τρίτος γιος μιας οικογένειας αποστακτών ουίσκι, και από νωρίς έδειξε ότι προοριζόταν για μια ξεχωριστή μουσική πορεία. Σπουδάζοντας πιάνο στο Royal Academy of Music με την υποτροφία Erard, και αφήνοντας πίσω του τόσο το «Edwin» όσο και το τελικό «e» του «Yorke», έγινε αφοσιωμένος μαθητής του εκκεντρικού Tobias Matthay, χτίζοντας μια τεχνική και εκφραστική ταυτότητα που θα τον συνόδευε σε όλη του τη ζωή.


 

Πολυτάλαντος — πιανίστας, βιολίστας, κορνίστας — βρέθηκε στον Μεγάλο Πόλεμο ως μέλος της μπάντας των Scots Guards, μέχρι που η πνευμονία τον έφερε πίσω σε μια Αγγλία που είχε αλλάξει. Η εποχή δεν ήταν πια φιλική προς τους ρομαντικούς. Κι όμως, ο Bowen συνέχισε να γράφει με την ίδια πίστη, σαν να μην είχε ακούσει ποτέ τις σειρήνες της νεωτερικότητας.


Πριν από τον Πρώτο Πόλεμο, όμως, ο Μπόουεν ήταν ένας από τους λαμπρότερους νέους Βρετανούς συνθέτες. Ο Saint-Saëns τον χαρακτήρισε «τον πιο αξιοσημείωτο», ενώ ο Sorabji τον τοποθέτησε δίπλα στον Ραχμάνινοφ και τον Μέντνερ για τον τρόπο που έγραφε για το πιάνο. Η εποχή του ήταν ακόμη διαποτισμένη από τη λάμψη του Λιστ και των μαθητών του, από τον αισθητικό ίλιγγο του Faust, του Tristan και των πρώτων συμφωνικών ποιημάτων του Στράους. Η γενιά του Bowen μεγάλωσε μέσα σε αυτό το πάθος, σε μια πίστη ότι η μουσική μπορούσε ακόμη να φτάσει σε υπερβατικές κορυφές.

Και ο Μπόουεν ανταποκρίθηκε: τρία κοντσέρτα για πιάνο πριν τα τριάντα του, δύο συμφωνίες που γνώρισαν θερμή υποδοχή, συνεργασίες με τους Wood και Richter, και μια δεξιοτεχνία που κατακτούσε τα πιο απαιτητικά έργα του Chopin, του Liszt, του Lyapunov. Όμως μετά τον πόλεμο, ο κόσμος προχώρησε αλλού — στο Sacre του Στραβίνσκι, στον Pierrot του Σένμπεργκ. Ο Bowen έμεινε πιστός στη δική του γλώσσα, και γι’ αυτό παραμερίστηκε. Αλλά δεν σίγησε. Δίδαξε στο Royal Academy για δεκαετίες, αγαπημένος «Uncle Yobo» (York Bowen) των μαθητών του, και συνέχισε να συνθέτει μέχρι τον ξαφνικό θάνατό του το 1961, στη διάρκεια μιας απλής βόλτας για ψώνια.

Σήμερα, τον θυμόμαστε συχνά ως «τον Άγγλο Ραχμάνινοφ» — μια ταμπέλα βολική αλλά ανεπαρκής. Γιατί ο Bowen δεν ήταν μίμηση· ήταν ένας ρομαντικός που επέμεινε να μιλά με τη δική του φωνή, ακόμη κι όταν ο κόσμος είχε πάψει να ακούει.

Ας ακούσουμε δύο αντιπροσωπευτικά έργα του Bowen 

Piano Concerto No. 3 (1907–08)
Το Τρίτο Κοντσέρτο είναι ο Bowen στο απόγειο της νεανικής του λάμψης: ένα έργο που ανασαίνει μεγαλείο χωρίς έπαρση, γεμάτο ρομαντική ορμή και δεξιοτεχνία που μοιάζει να ρέει φυσικά. Η ορχήστρα ανοίγει έναν χώρο πλατύ και φωτεινό, μέσα στον οποίο το πιάνο κινείται σαν αφηγητής που γνωρίζει καλά τη δύναμή του. Είναι μουσική που δεν φοβάται το συναίσθημα και δεν ντρέπεται για την ομορφιά της.

                                      Bowen: Piano Concerto No. 3 in G Minor "Fantasia", Op. 23


Piano Sonata No. 5 (1923)
Η Πέμπτη Σονάτα είναι πιο εσωτερική, πιο ώριμη — ένα έργο που κουβαλά τη σκιά του πολέμου και την ήρεμη σοφία ενός ανθρώπου που δεν εγκατέλειψε τον ρομαντισμό του. Η γραφή είναι πυκνή, στοχαστική, με στιγμές όπου το πιάνο μοιάζει να μιλάει μόνο στον εαυτό του. Είναι ο Bowen που επιμένει να είναι ο Bowen, ακόμη κι όταν ο κόσμος γύρω του έχει αλλάξει.

                                                   Edwin York Bowen - Piano Sonata No.5



Τρίτη 3 Μαρτίου 2026

Η Ορχήστρα του Μπουλγκάκοφ (Μετρ & Μαργαρίτα)

 Ο Μπουλγκάκοφ, στο αριστουργηματικό Ο Μετρ και η Μαργαρίτα, υψώνει μια από τις πιο παράξενες και μαγευτικές σκηνές της νεότερης λογοτεχνίας: τον Χορό του Σατανά. Εκεί όπου η Μόσχα της δεκαετίας του ’30, με τη σκληρή της καθημερινότητα και τη σιωπηλή της αγωνία, ανοίγει ξαφνικά σε μια άλλη διάσταση — μια διάσταση όπου το γκροτέσκο συναντά το τελετουργικό, και το σατιρικό μεταμορφώνεται σε οπερατική φαντασμαγορία.





Ο χορός αυτός δεν ανήκει σε καμία παράδοση· δεν έχει ρίζες σε λαογραφία ή θρύλους. Είναι μια καθαρή επινόηση του συγγραφέα, ένα σύμπαν που αναδύεται από την προσωπική του κοσμολογία: μυστικισμός, ειρωνεία, θέατρο, και μια βαθιά αίσθηση ότι ο κόσμος —ο πραγματικός και ο φανταστικός— μπορεί ανά πάσα στιγμή να αναποδογυρίσει.


Και μέσα σε αυτή τη σκηνή, η ορχήστρα του Βόλαντ —μια ορχήστρα που δεν υπακούει σε κανέναν νόμο της φύσης— εμφανίζεται με τρόπο που μόνο ο Μπουλγκάκοφ θα μπορούσε να συλλάβει. Το απόσπασμα που ακολουθεί παραμένει ένα από τα πιο ευρηματικά και κινηματογραφικά στιγμιότυπα του βιβλίου:


«Στην εξέδρα πίσω από τις τουλίπες, όπου η ορχήστρα του βασιλιά έπαιζε βαλς, τώρα ηχούσε λυσσαλέα μια πιθηκίστικη τζαζ. Διηύθυνε ένας τεράστιος γορίλας με μαλλιαρές φαβορίτες και μια τρομπέτα στο χέρι, χορεύοντας βαριά. Σε μια σειρά κάθονταν ουρακοτάγκοι και φυσούσαν κάτι άστραφτερές τρομπέτες. Πάνω στους ώμους τους είχαν εγκατασταθεί χαρούμενοι χιμπαντζήδες με φυσαρμόνικες. Δύο μπαμπουίνοι χτυπούσαν τα πλήκτρα δύο πιάνων με ουρά, αλλά μέσα στις φωνές, στα ουρλιαχτά και στους κρότους των σαξόφωνων, των βιολιών και των τυμπάνων που έβγαιναν απ' τα ποδάρια των γιββώνων, των μανδρίλων και των κερκοπιθήκων τα πιάνα δεν ακούγονταν. Στο πάτωμα που ήταν σαν καθρέφτης ένα ατελείωτο πλήθος από ζευγάρια, κυριολεκτικά ο ένας πάνω στον άλλον, με εκπληκτική επιδεξιότητα και καθαρότητα κινήσεων, στριφογυρίζοντας προς μια κατεύθυνση, κινούνταν σαν ένας τοίχος που απειλούσε να παρασύρει τα πάντα στο διάβα του. Πάνω από τα ζευγάρια φτεροκοπούσαν ολοζώντανες πεταλούδες από σατέν, ενώ από το ταβάνι έπεφταν λουλούδια. Στα κιονόκρανα, όταν έσβησε το ηλεκτικό, άναψαν μυριάδες πυγολαμπίδες, ενώ στον αέρα αιωρούνταν κλεφτοφάναρα.»

(Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, Ο Μέτρ και η Μαργαρίτα, μετάφρ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, εκδ. Μίνωας, κεφ. 23 «Ο μεγάλος χορός του Σατανά», σελ. 41)


Κι όμως, όσο φανταστική κι αν είναι η σκηνή, η σπίθα της γεννήθηκε από ένα πραγματικό γεγονός: τον περίφημο «Εαρινό Χορό» που διοργάνωσε ο Αμερικανός πρεσβευτής Ουίλιαμ Μπούλιτ στο Spaso House. Μια δεξίωση τόσο εκκεντρική, τόσο υπερβολική, τόσο θεατρική, ώστε ο Μπουλγκάκοφ —που παρευρέθηκε μαζί με τη σύζυγό του, Έλενα Σιλόβσκαγια— δεν θα μπορούσε να την ξεχάσει. Χιλιάδες λουλούδια, εξωτικά ζώα, ένας αρκούδος που περιφερόταν ανάμεσα στους καλεσμένους, μια ατμόσφαιρα που έμοιαζε να αψηφά τη σοβιετική μουντάδα της εποχής.

                                                        Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ (1891-1940)


Από αυτό το πραγματικό, σχεδόν παραμυθένιο σκηνικό, ο Μπουλγκάκοφ δημιούργησε κάτι εντελώς δικό του: έναν χορό όπου οι ζωντανοί και οι νεκροί συνυπάρχουν, όπου η Μαργαρίτα γίνεται βασίλισσα ενός κόσμου που δεν υπακούει σε κανέναν νόμο, όπου ο χρόνος και ο χώρος λυγίζουν σαν να είναι υλικά της φαντασίας.


Και σαν ηχητική αντανάκλαση αυτού του φαντασμαγορικού χορού, έρχεται στον νου η Danse Macabre του Saint‑Saëns: μια σύνθεση όπου ο θάνατος σηκώνει το δοξάρι του και καλεί τους νεκρούς σε έναν χορό που πάλλεται ανάμεσα στο μακάβριο και στο παιχνιδιάρικο. Με τους σπειροειδείς ρυθμούς και την ειρωνική της λάμψη, η μουσική αυτή μοιάζει να συνοδεύει φυσικά τη στιγμή που οι πυγολαμπίδες ανάβουν και οι πεταλούδες από σατέν φτεροκοπούν πάνω από το πλήθος — σαν να ήταν πάντα η μυστική μελωδία του ίδιου του «Χορού του Σατανά».



                                                Camille Saint-Saëns - La danse macabre