Οι Τέχνες και οι Ώρες - «The Arts and The Hours» - είναι ένα ιντερλούδιο από την τελευταία όπερα του Rameau, «Les Boréades», που γράφτηκε το 1763 όταν ο Rameau (1683-1764) ήταν 80 ετών.
Salvador Dali; The Persistence of Memory (or The Melting Clocks)
Το Les Boréades είναι μια λυρική τραγωδία που επενδύεται μουσικά, ένα είδος όπερας, σε πέντε πράξεις. Είναι το τελευταίο από τα πέντε τέτοια έργα του. Το λιμπρέτο, που αποδίδεται στον Louis de Cahusac (1706–1759), βασίζεται με κάποια ελευθερία στον ελληνικό μύθο του Abaris του Υπερβόρειου και περιλαμβάνει μασονικά στοιχεία. Οι Βορεάδες είναι απόγονοι του Βορέα.
(Ο Άβαρις ήταν, κατά την αρχαία ελληνική παράδοση, μάγος, θεραπευτής και ιερέας του Απόλλωνα στον οποίο έχουν αποδοθεί διάφορα κατορθώματα. Πατρίδα του θεωρούνταν η χώρα των Υπερβορείων. Λεγόταν ότι διέθετε το χάρισμα της προφητείας και πως εξαιτίας αυτού αλλά και για το σκυθικό του ντύσιμο, την απλότητα και την τιμιότητά του, είχε προκαλέσει μεγάλη εντύπωση στους Έλληνες, οι οποίοι τον είχαν σε μεγάλη εκτίμηση. Σύμφωνα με τον φιλόσοφο Ιάμβλιχο στην Υπερβορεία ο ο Απόλλωνας του έδωσε ένα χρυσό βέλος, πάνω στο οποίο αυτός ταξίδεψε σε διάφορα μέρη της γης, χωρίς να τρέφεται. Μία παράδοση λέει πως οικοδόμησε στη Σπάρτη ναό της Σωτείρας Κόρης (Περσεφόνης). )
Η όπερα βασίζεται σε έναν ελληνικό μύθο και το ιντερλούδιο φέρει έναν κάπως μακροσκελή τίτλο: «Η άφιξη των Μουσών, των Ζέφυρων, των Εποχών, των Ωρών και των Τεχνών».
Les Boréades, RCT 31, Acte IV, Scène IV: Entrée pour les Muses, les Zéphyres, les Saisons,...
Ο Ólafsson έκανε μεταγραφή του ιντερλούδιου για πιάνο επειδή το ηχόχρωμά του επιτρέπει νέες και ενδιαφέρουσες υφές σε ένα κομμάτι που φαίνεται τόσο μπροστά από την εποχή του. Έχει τόσο πλούσιες αρμονίες των 9ων και 11ων που θα μπορούσε κανείς σχεδόν να φανταστεί τον Μάλερ να τις γράφει στα τέλη του 19ου αιώνα.
Καθώς όλα αυτά τα μυθικά όντα (οι μούσες, οι ζέφυροι, οι εποχές και οι ώρες) που καλούνται στη σκηνή έχουν κάποια σχέση με τις τέχνες και με το πέρασμα του χρόνου, ο Ólafsson επέτρεψε στον εαυτό του να ονομάσει τη μεταγραφή του απλώς «Οι Τέχνες και οι Ώρες».
Φωτο από Pinterest
Αυτός ο τίτλος μας φέρνει στο νου την γνωστή λατινική φράση «Ars longa, vita brevis» (η τέχνη είναι μακρά, ο βίος βραχύς). Σχεδόν τρεις αιώνες μετά το θάνατό του, η κληρονομιά της τέχνης του εξακολουθεί να μεγαλώνει, με έργα που εξακολουθούν να ανακαλύπτονται, να κάνουν πρεμιέρα και να επιστρέφουν από την αφάνεια.
Ας ακούσουμε την έξοχη πιανιστική μεταγραφή του Όλαφσον κι ας αναλογιστούμε την προσφορά της τέχνης σε όλα της τα είδη ανά τους αιώνες.
Ο Ζαν Φιλίπ Ραμώ (25/9/1683- 12/09/1764) υπήρξε απ’ τους πλέον διάσημους Γάλλους μουσικούς του 18ου αιώνα. Είχε μια καριέρα όσο κανείς άλλος απ’ τους διαπρεπείς συνθέτες στην ιστορία. Πρακτικά άγνωστος μέχρι την ηλικία των 40 ετών, τράβηξε την προσοχή αρχικά σαν θεωρητικός και αργότερα σαν συνθέτης. Τον περισσότερο χρόνο μέχρι αυτή την περίοδο τον πέρασε στην αφάνεια της Γαλλικής επαρχίας και δεν εκμυστηρεύθηκε σε κανένα φίλο ούτε και στην γυναίκα του την ίδια λεπτομέρειες απ’ αυτά τα χρόνια.
Jean-Philippe Rameau
Παρήγε τα περισσότερα απ’ τα μουσικά του έργα, απ’ τα οποία και πήρε την φήμη του μεταξύ της ηλικίας των πενήντα και πενήντα έξι ετών. Κατακρίθηκε τότε σαν νεωτεριστής και προσβλήθηκε είκοσι χρόνια αργότερα ακόμη πιο σοβαρά σαν αντιδραστικός. Υπήρξε ευνοημένος της Γαλλικής αυλής και αρκετά ευκατάστατος κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του και παρέμεινε πάντα ένας μοναχικός, φίλερις και αντικοινωνικός άνθρωπος αλλά ένας ευσυνείδητος και ευφυέστατος καλλιτέχνης.
Σπούδασε αρχικά στο κολέγιο των Ιησουιτών στην Ντιζόν. Ύστερα από ένα σύντομο ταξίδι στην Ιταλία, ήταν οργανίστας στην Αβινιόν ως το 1706 και αργότερα μαέστρος παρεκκλησίου στο Κλερμόν –Φεράν.
Έγραψε πολλά έργα οργανικής μουσικής και θεωρίας, το μεγάλο πάθος του Ραμώ ήταν ωστόσο το θέατρο, αλλά οι ευκαιρίες του ξέφευγαν ως το 1731, όταν συνάντησε τον ιμπρεσάριο Α. Λα Πουπλινιέρ που του ανέθεσε να διευθύνει το ιδιωτικό μουσικό του συγκρότημα, ένα από τα περιφημότερα της Γαλλικής πρωτεύουσας, και λίγο μετά το παρουσίασε στον ίδιο τον Βολταίρο.
Ο Ραμώ δέχθηκε μ’ ενθουσιασμό την πρόταση για μια όπερα. Από την πρώτη ήδη εκείνη εργασία, ο Ραμώ πρότεινε ένα τύπο θεάτρου που, δημουργημένο στην ίδια τυπική δομή του γαλλικού θεάτρου του Λυλί, ξεπερνούσε σιγά σιγά το θεατρικό σχήμα του, χάρη σε μια πιο έντονη δραματική υφή. Στενότατος σε δραματικές μορφές ήταν ο δεσμός ανάμεσα σε παλκοσένικο και δράση, δεσμός που συχνά δεν υπήρχε στην παράδοση της εποχής.
Η νέα αυτή θέση για τη όπερα, που προσδιορίστηκε στη συνέχεια στις όπερες Οι αριστοκρατικές Ινδίες (1735) και Κάστωρ και Πολυδεύκης (1737 αναθεωρήθηκε 1754) προκάλεσε πολεμική ανάμεσα σε οπαδούς του Λυλί και του Ραμώ που έφτασε στο αποκορύφωμά της με την παρουσίαση του Δάρδανου (1739, αναθεωρήθηκε το 1744 και το 1760) και ανάγκασε τον Ραμώ να εγκαταλείψει το θέατρο για μερικά χρόνια.
Jean-Philippe Rameau: Castor et Pollux (Ouverture)
Jean Philippe Rameau- Opera Dardanus Overture
Η δραματική ένταση της μουσικής του οφείλεται στο ευρύ πεδίο των αρμονιών του, την συχνή χρήση της συγχοδίας ελαττωμένης εβδόμης (που οι οπαδοί του Λυλί κατήγγειλαν σαν Ιταλική), την συγχορδία με έκτη, την μεγάλη ευρύτητα μετατροπιών που περιέκλειαν τονικότητες με πέντε ή περισσότερες αλλοιώσεις, στοιχεία που απέφευγαν οι σύγχρονοί του. Αδύναμοι να συλλάβουν την πορεία της αρμονίας του, οι σύγχρονοί του αποκαλούσαν τον Ραμώ "οινοπνευματοποιό των συγχορδιών" ένα όνομα, που πέρα από τον μειωτικό υπαινιγμό, παραμένει σε ισχύ μέχρι και σήμερα για τις συγχορδίες της εποχής του Μπαρόκ.
Με την υπέροχη αισθητική του ο Ραμώ κατάφερε την ενορχήστρωση πιο δεξιοτεχνικά απ’ οποιονδήποτε σύγχρονό του. Η σπουδαιότατη λειτουργία των οργάνων φωτίζει όχι μόνο τα συνοδευόμενα ρετσιτατίβα του αλλά ειδικά τις πολυάριθμες προγραμματικές του συμφωνίες και εισαγωγές των οπερών του.. Η χρήση των ακραίων ρυθμικών σχημάτων απ’ τα όργανα της ορχήστρας με την ταυτόχρονη συγκράτηση των φωνητικών τμημάτων προσδίδει στην μουσική του τα πλέον δυναμικά μουσικο – δραματικά αποτελέσματα.
Τα έργα του για κλαβεσέν έχουν λεπτή δομή, ρυθμό, κομψότητα στην λεπτομέρεια και αποτελούνται από πέντε κοντσέρτα το καθένα με τρεις ή τέσσερις κινήσεις, που έχουν περίεργους κι αινιγματικούς τίτλους.
Rameau Pieces de clavecin en concerts - Premier Concert
Το έργο του Ραμώ μπορεί να συνοψισθεί σε τρία επίπεδα. Στο ηρωικό, μεγαλειώδες ύφος των πρώτων του οπερών και μπαλέτων, είναι μια αντιπροσωπευτική προσωπικότητα της τελευταίας περιόδου της Μπαρόκ εποχής, συγκρίσιμος με τον Μπαχ και τον Χαίντελ. Οι ηρωικές του χροιές συνοδεύονται πάντα και μερικές φορές υποκαθιστώνται από τα χαρακτηριστικά Γαλλικά στοιχεία της καθαρότητας, της χάρης, της ταπεινότητας και της κομψότητας που τείνουν προς την τοπιακή περιγραφή. Σ’ αυτόν τον τομέα μπορεί να συγκριθεί με τον σύγχρονό του ζωγράφο Βαττώ. Τελικά, υπήρξε και φιλόσοφος όπως και συνθέτης, αναλυτής αλλά και δημιουργός. Εδώ μπορεί να συγκριθεί με τον σύγχρονό του Βολταίρο. Αυτά τα τρία επίπεδα δεν μπορούμε να τα διαχωρίσουμε αν θέλουμε ν’ αντιληφθούμε το έργο του Ραμώ ολοκληρωτικά. Ήταν μια από τις πιο σύνθετες αλλά και γόνιμες μουσικές προσωπικότητες του 18ου αιώνα.
Η καριέρα του Ραμώ στη γη δεν φαντάζει ίσως αξιοζήλευτη γι’ αυτούς που αναζητούν μόνο άμεση ικανοποίηση. Είχε περιόδους ταραχής και υπερέντασης, επίπονης εργασίας, διαμάχης και δεν αναδεικνυόταν νικητής πάντα σ’ όλους αυτούς τους αγώνες που ανακατευόταν. Αλλά τον συγκρατούσε πρώτα απ’ όλα η συνείδηση της ευφυίας του και πάνω απ’ όλα η σταθερή συναναστροφή του με τον πιστό του σύντροφο που δεν τον πρόδωσε ποτέ, την μουσική.
Πηγές:
Oxford Music on Line (Grove music on line): Rameau
Julien Tiersot and Theodore Baker: Rameau, Oxford Journals
A History of Western Music by D.J.Grout & C.V.Palisca
O Aνακρέων (572-485 π.Χ.) ήταν αρχαίος Έλληνας λυρικός ποιητής ένας απ' τους εννέα λυρικούς ποιητές της αρχαιότητας. Η καταγωγή του ήταν από την Τέω της Μ. Ασίας. Το έτος 545 π.Χ., μπροστά στον περσικό κίνδυνο που πλησίαζε, ο Ανακρέοντας εγκαθίσταται στα Άβδηρα και αργότερα ζει στην αυλή του Πολυκράτη. Σύμφωνα με την παράδοση στην αυλή του τυράννου της Σάμου Πολυκράτη ο ποιητής Ίβυκος συνάντησε τον ποιητή Ανακρέοντα, που καταγόταν από την Τέω (Τήιος). Σε αυτόν μάλιστα, έλεγαν, ο Ίβυκος όφειλε τελικά τη στροφή του προς την ερωτική ποίηση.
Ανακρέων
Αν και ανήκε στους υπερασπιστές του μέτρου θεωρήθηκε λανθασμένα απ' τους μεταγενέστερους σαν μέθυσος και γλεντζές και ο κλασικός εκπρόσωπος του ερωτισμού. Η αλήθεια φαίνεται πως είναι διαφορετική. Ο Ανακρέων έγραψε πράγματι συμποτικά τραγούδια, στα οποία όμως εκτιμούσε τη συντροφιά των καλλιεργημένων ανθρώπων και αποστρεφόταν κάθε υπέρβαση του μέτρου.
Τις αγωνίες και τα βάσανα που έχουν οι άνθρωποι της αρχαϊκής εποχής που έζησε ο Ανακρέων τα αντιμετωπίζει με χιούμορ, ευαισθησία και ποιητική δεξιοτεχνία:
Όποιος πίνει το κρασάκι πλάι στ' ολόγιομο βαρέλι
για έχθρες, σκοτωμούς και δάκρυα να μιλάει δεν μ' αρέσει.
Δώρα η Μουσική κι η Αγάπη. Όποιος να ευθυμήσει θέλει
όμορφα ας τα συνταιριάζει. Μόνο τούτα έχουν θέση.
(Από το βιβλίο "Πιο Μουσική απ' τη Μουσική" - Μικρό Λυρικό Ανθολόγιο εκδ. ΝΕΦΕΛΗ)
O Aνακρέων ήταν πολύ γνωστός τον 18ο αιώνα στην Γαλλία μέσα από τις μεταφρασμένες Ωδές και τα ποιήματα του Ρωμαίου μιμητή του, Οράτιου (65-8 π.Χ). Οι στοχασμοί τους για την θνητότητα, την παρηγοριά του κρασιού, της αγάπης, της μουσικής και της φύσης είχαν απήχηση στην Αυλή του Λουδοβίκου 15ου.
Jean-Philippe Rameau
Έτσι επηρρεάστηκε κι ο Γάλλος συνθέτης μπαρόκ μουσικής Ζαν Φιλίπ Ραμώ ( 1683-1764) κι έγραψε μια όπερα με τον τίτλο "Ανακρέων" όπου με λίγα λόγια ο αρχαίος ποιητής Ανακρέων προσποιείται ότιθα παντρευτεί την προστατευόμενή του Χλόη. Αυτή είναι ερωτευμένη με τον Μπατίλ που κι αυτός βρίσκεται στην προστασία του Ανακρέοντα. Τελικά, ο ποιητής αποκαλύπτει ότι το σχέδιό του ήταν εξαρχής ο γάμος των δύο ερωτευμένων. Το έργο σημείωσε μεγάλη επιτυχία όταν παρουσιάστηκε.
Aς ακούσουμε την άρια της Χλόης από την τρίτη σκηνή "Tendre d' Amour"
Air de Chloé "Tendre Amour", Rameau
Εκτός από τον Ραμώ κι ο Λουίτζι Κερουμπίνι (1760-1842) έγραψε μια δίπρακτη μπαλετική όπερα το 1803. Ο Κερουμπίνι γεννήθηκε στην Ιταλία αλλά πολιτογραφήθηκε Γάλλος και ήταν διευθυντής του Ωδείου των Παρισίων για 22 χρόνια. Ο "Ανακρέων" έκανε πρεμιέρα στη Grand Opera του Παρισιού, στις 4 Οκτωβρίου του ίδιου έτους (1803). Το λιμπρέτο ήταν των Mendouze και St. Aignan. Η όπερα παίχτηκε μόνο για τέσσερις μέρες. Αποδοκιμάστηκε και γελοιοποιήθηκε και το λιμπρέτο θεωρήθηκε αβυσσαλέο. Υπήρξαν εξάρσεις γέλιου σε ορισμένες από τις σκηνές. Πικρόχολοι συνθέτες εναντίον των μουσικών που συνδέονταν με το Ωδείο των Παρισίων, καθώς και λόγω της προκατάληψης σε βάρος των "Γερμανών" συνθετών, ή εκείνων των συνθετών που θεωρούντο ότι συνέθεταν σε ένα πάρα πολύ "πεπατημένο" ύφος, οδήγησαν την όπερα σε μια φοβερή αποτυχία.
Luigi Cherubini
H υπόθεση της μπαλετικής όπερας λέει: Η νεαρή εταίρα Κορίνα είναι ερωτευμένη με τον ποιητή Ανακρέοντα χωρίς να ξέρει ότι κι αυτός την αγαπά. Η Κορίνα ετοιμάζει μια γιορτή για τα πεντηκοστά γενέθλια του Ανακρέοντα και προσεύχεται στον φτερωτό θεό Έρωτα να την φέρει κοντά στον ποιητή παρόλη την μεταξύ τους ηλικιακή διαφορά. Έξω μαίνεται καταιγία κι ένας μικροσκοπικός επισκέπτης φτάνει στο σπίτι του Ανακρέοντα βρεγμένος μέχρι το κόκκαλο. Είναι o Έρως μεταμφιεσμένος γιατί τον κυνηγάει η μητέρα του η Αφροδίτη. Χρησιμοποιεί τις ιδιότητές του για να διασκεδάσει όλους όσοι είναι παρόντες. Ο Έρως πλησιάζει τον Ανακρέοντα λέγοντας ένα παραμύθι για τα δυστυχισμένα παιδικά του χρόνια. Μετά κάνει μια φάρσα κάνοντας την Γλυκερία και τον Μπατίλ να ανανεώσουν την δυστυχισμένη ερωτική τους σχέση. Τότε φτάνει ένα μήνυμα από την Αφροδίτη, που μόλις έμαθε ότι ο γιος της το είχε σκάσει. Υπόσχεται να εκπληρώσει την όποια επιθυμία εκείνου που θα τον συλλάβει. Οι καλεσμένοι σύντομα ανακαλύπτουν την μεταμφίεση του Έρωτα και τον δένουν, όμως λυπούνται που τον βλέπουν να κλαέι και τον ελευθερώνουν. Όμως αυτός άρχισε πάλι να κάνει φάρσες και τον δένουν ξανά οπότε τον δηγούν στο άγαλμα της Σοφίας. Η Αφροδίτη είναι έτοιμη να εκπληρώσει τις δύο επιθυμίες του Ανακρέοντα: ότι για όλη την υπόλοιπη ζωή του θα μείνει αφοσιωμένος στην λατρεία του κάλλους και ότι η Κορίνα θα ανταποκριθεί στον έρωτά του.
H εισαγωγή είναι γεμάτη από την μελωδική ιδιοφυΐα του Κερουμπίνι, και περιέχει πολύ λαμπρή και δραματική ορχηστρική γραφή. Είναι μια από τις πολλές Εισαγωγές του Cherubini που έχει αντέξει στη δοκιμασία του χρόνου, και ήταν ιδιαίτερα αγαπητή στην εποχή του ως ένα οργανικό αριστούργημα.
Luigi Cherubini - Anacréon - Ouverture
Τα χορικά είναι εξαιρετικά καλόγουστα. Αυτά περιλαμβάνουν ένα Βακχικό χορωδιακό αλλά και το χορωδιακό "Pere d' Οrphee". Οι άριες και τα φωνητικά σύνολα παρουσιάζουν επίσης εξαιρετική ομορφιά και χάρη. Και για τους γνώστες της όπερας, η σκηνή της καταιγίδα στο τέλος της πρώτης πράξης θεωρείται ως μια από τις καλύτερες στην ιστορία της όπερας.