Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαιν-Σανς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαιν-Σανς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 3 Μαρτίου 2026

Η Ορχήστρα του Μπουλγκάκοφ (Μετρ & Μαργαρίτα)

 Ο Μπουλγκάκοφ, στο αριστουργηματικό Ο Μετρ και η Μαργαρίτα, υψώνει μια από τις πιο παράξενες και μαγευτικές σκηνές της νεότερης λογοτεχνίας: τον Χορό του Σατανά. Εκεί όπου η Μόσχα της δεκαετίας του ’30, με τη σκληρή της καθημερινότητα και τη σιωπηλή της αγωνία, ανοίγει ξαφνικά σε μια άλλη διάσταση — μια διάσταση όπου το γκροτέσκο συναντά το τελετουργικό, και το σατιρικό μεταμορφώνεται σε οπερατική φαντασμαγορία.





Ο χορός αυτός δεν ανήκει σε καμία παράδοση· δεν έχει ρίζες σε λαογραφία ή θρύλους. Είναι μια καθαρή επινόηση του συγγραφέα, ένα σύμπαν που αναδύεται από την προσωπική του κοσμολογία: μυστικισμός, ειρωνεία, θέατρο, και μια βαθιά αίσθηση ότι ο κόσμος —ο πραγματικός και ο φανταστικός— μπορεί ανά πάσα στιγμή να αναποδογυρίσει.


Και μέσα σε αυτή τη σκηνή, η ορχήστρα του Βόλαντ —μια ορχήστρα που δεν υπακούει σε κανέναν νόμο της φύσης— εμφανίζεται με τρόπο που μόνο ο Μπουλγκάκοφ θα μπορούσε να συλλάβει. Το απόσπασμα που ακολουθεί παραμένει ένα από τα πιο ευρηματικά και κινηματογραφικά στιγμιότυπα του βιβλίου:


«Στην εξέδρα πίσω από τις τουλίπες, όπου η ορχήστρα του βασιλιά έπαιζε βαλς, τώρα ηχούσε λυσσαλέα μια πιθηκίστικη τζαζ. Διηύθυνε ένας τεράστιος γορίλας με μαλλιαρές φαβορίτες και μια τρομπέτα στο χέρι, χορεύοντας βαριά. Σε μια σειρά κάθονταν ουρακοτάγκοι και φυσούσαν κάτι άστραφτερές τρομπέτες. Πάνω στους ώμους τους είχαν εγκατασταθεί χαρούμενοι χιμπαντζήδες με φυσαρμόνικες. Δύο μπαμπουίνοι χτυπούσαν τα πλήκτρα δύο πιάνων με ουρά, αλλά μέσα στις φωνές, στα ουρλιαχτά και στους κρότους των σαξόφωνων, των βιολιών και των τυμπάνων που έβγαιναν απ' τα ποδάρια των γιββώνων, των μανδρίλων και των κερκοπιθήκων τα πιάνα δεν ακούγονταν. Στο πάτωμα που ήταν σαν καθρέφτης ένα ατελείωτο πλήθος από ζευγάρια, κυριολεκτικά ο ένας πάνω στον άλλον, με εκπληκτική επιδεξιότητα και καθαρότητα κινήσεων, στριφογυρίζοντας προς μια κατεύθυνση, κινούνταν σαν ένας τοίχος που απειλούσε να παρασύρει τα πάντα στο διάβα του. Πάνω από τα ζευγάρια φτεροκοπούσαν ολοζώντανες πεταλούδες από σατέν, ενώ από το ταβάνι έπεφταν λουλούδια. Στα κιονόκρανα, όταν έσβησε το ηλεκτικό, άναψαν μυριάδες πυγολαμπίδες, ενώ στον αέρα αιωρούνταν κλεφτοφάναρα.»

(Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, Ο Μέτρ και η Μαργαρίτα, μετάφρ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, εκδ. Μίνωας, κεφ. 23 «Ο μεγάλος χορός του Σατανά», σελ. 41)


Κι όμως, όσο φανταστική κι αν είναι η σκηνή, η σπίθα της γεννήθηκε από ένα πραγματικό γεγονός: τον περίφημο «Εαρινό Χορό» που διοργάνωσε ο Αμερικανός πρεσβευτής Ουίλιαμ Μπούλιτ στο Spaso House. Μια δεξίωση τόσο εκκεντρική, τόσο υπερβολική, τόσο θεατρική, ώστε ο Μπουλγκάκοφ —που παρευρέθηκε μαζί με τη σύζυγό του, Έλενα Σιλόβσκαγια— δεν θα μπορούσε να την ξεχάσει. Χιλιάδες λουλούδια, εξωτικά ζώα, ένας αρκούδος που περιφερόταν ανάμεσα στους καλεσμένους, μια ατμόσφαιρα που έμοιαζε να αψηφά τη σοβιετική μουντάδα της εποχής.

                                                        Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ (1891-1940)


Από αυτό το πραγματικό, σχεδόν παραμυθένιο σκηνικό, ο Μπουλγκάκοφ δημιούργησε κάτι εντελώς δικό του: έναν χορό όπου οι ζωντανοί και οι νεκροί συνυπάρχουν, όπου η Μαργαρίτα γίνεται βασίλισσα ενός κόσμου που δεν υπακούει σε κανέναν νόμο, όπου ο χρόνος και ο χώρος λυγίζουν σαν να είναι υλικά της φαντασίας.


Και σαν ηχητική αντανάκλαση αυτού του φαντασμαγορικού χορού, έρχεται στον νου η Danse Macabre του Saint‑Saëns: μια σύνθεση όπου ο θάνατος σηκώνει το δοξάρι του και καλεί τους νεκρούς σε έναν χορό που πάλλεται ανάμεσα στο μακάβριο και στο παιχνιδιάρικο. Με τους σπειροειδείς ρυθμούς και την ειρωνική της λάμψη, η μουσική αυτή μοιάζει να συνοδεύει φυσικά τη στιγμή που οι πυγολαμπίδες ανάβουν και οι πεταλούδες από σατέν φτεροκοπούν πάνω από το πλήθος — σαν να ήταν πάντα η μυστική μελωδία του ίδιου του «Χορού του Σατανά».



                                                Camille Saint-Saëns - La danse macabre





Κυριακή 8 Μαΐου 2022

Φαέθων

 

"Ο Φαέθων πήρε άδεια από τον θεό Ήλιο, τον πατέρα του να οδηγήσει το άρμα του στους ουρανούς. Αλλά τα άπειρα χέρια του δεν μπορούν να ελέγξουν τα πύρινα άλογα. Το φλεγόμενο άρμα χάνει την πορεία του. Έρχεται τόσο κοντά με την γη ώστε ολόκληρος ο κόσμος κινδυνεύει να πυρποληθεί, ώσπου ο Δίας χτυπάει τον απερίσκεπτο Φαέθοντα με τον κεραυνό του".

Φαέθων. Σε κρατήρα του 5ου π. Χ. αιώνα που φυλάσσεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Μ. Βρετανίας


Με αυτά τα εισαγωγικά λόγια ο Σαιν - Σανς περιγράφει εν συντομία την ιστορία του Φαέθοντα στην παρτιτούρα που δημοσιεύτηκε το 1875 για το δεύτερο συμφωνικό του ποίημα. Το έργο ολοκληρώθηκε στις 12 Μαρτίου 1873 και πρωτοπαρουσιάστηκε στις 7 Δεκεμβρίου 1873 στο Théâtre du Châtelet στο Παρίσι.


Saint-Saëns - Phaéton, opus 35


Εμπνευσμένη η σύνθεση από την θανάσιμη μοίρα αυτού του περήφανου και παρορμητικού ήρωα, του Φαέθοντα, αρχίζει με εντυπωσιακές συγχορδίες από τα χάλκινα που εναλλάσσονται με ορμητικές εισόδους των εγχόρδων και μετά των ξύλινων. Λίγο μετά οι άρπες και τα έγχορδα παρουσιάζουν ένα ρυθμικό μοτίβο που υπονοεί τον καλπασμό των αλόγων. Αργότερα το ακούμε από τα ξύλινα μέχρις ότου  γίνεται μια έκρηξη του δοξαστικού θέματος απ' τους ήχους των χάλκινων και μετά των ξύλινων πνευστών.

Η φρενήρης πορεία του άρματος του Ήλιου φαίνεται να γίνεται λιγότερο επικίνδυνη όταν ακούμε μια ήρεμη μελωδία από τα κόρνα, αλλά η ανακούφιση είναι προσωρινή. Σύντομα ο Δίας, αρπάζοντας τον κεραυνό του - που εκπροσωπείται από τα τέσσερα τύμπανα, τα κύμβαλα, την γκρανκάσα και τα ταμ-ταμ - χτυπάει το άρμα σκοτώνοντας τον νεαρό άνδρα. Η θυελλώδης ορχήστρα συνεχίζει μ' ένα ακόμη επεισόδιο όπου επαναλαμβάνεται το γαλήνιο θέμα του κόρνου ώσπου σταδιακά το συμφωνικό ποίημα φτάνει στο τέλος του.

Η ιστορία του μύθου του Φαέθοντα τελειώνει με το γκρέμισμά του στον ποταμό Ηριδανό όπου και σκοτώθηκε. Οι Ηλιάδες, οι αδελφές του Φαέθοντα, απαρηγόρητες για τον θάνατο του αδερφού τους, μεταμορφώθηκαν από τους θεούς σε λεύκες. Η πιο διαδεδομένη μορφή του μύθου μας παραδίδεται από τον Οβίδιο στις Μεταμορφώσεις του. Αντιγράφω λίγα αποσπάσματα:

[...]"Ποιά  η αιτία του ερχομού σου," είπε "τι θέλεις σ' αυτή την άκρη,
Φαέθων, γιέ μου, που ως πατέρας δεν μπορώ διόλου να αρνηθώ σε;"[...]
Μόλις τελείωσε, ζητά εκείνος του γονιού τ' άρμα και για μια μέρα
την εξουσία και τα ηνία των φτεροπόδων γοργών αλόγων.
Μεταμελήθη γιατί ορκίσθη όρκο ο πατέρας, ο οποίος τότε
τρις και τετράκις τη λαμπρή σειώντας την κεφαλή του "παράλογη," είπε
ό,τι έχω τάξει να μη στο δώσω. [...]
Θνητό δα είναι το ριζικό σου μα αυτό που θέλεις, θνητό δεν είναι.
Πιότερο απ' όσο θεμιτό είναι στου ουρανίους να το αγγίξουν,
εσύ το θέλεις έχοντας άγνοια.[...]
 Τότε ανεβαίνει στο ελαφρύ άρμα με το νεαρό του σώμα εκείνος 
κι ως στέκει πάνω χαίρει ν' αγγίζει τα χαλινάρια που του δοθήκαν
κι εκείθε εκφράζει ευχαριστίες εις τον γονιό του, που δεν το θέλει.
Οι πτεροφόροι ίπποι του Ήλιου, Πυρόεις, Αίθων και ο Εώος,
τέταρτος ήταν ο Φλέγων, γεμίζουν με χρεμετίσματα φλογοφόρα.[...]
Και ξάφνου αρχίσαν να τρεμουλιάζουν από τον φόβο τα γόνατά του
και σκότος ήρθε στα δυό του μάτια, που απ' το μεγάλο φως έχει γίνει.
Θα προτιμούσε ποτέ τους ίππους τους πατρικούς του να μην αγγίξει
λυπάται που 'χει μάθει το γένος κι ό,τι μ' εκκλήσεις έχει πετύχει.
Θέλοντας ήδη ν' αποκαλείται του Μέροπος γόνος, φέρεται έτσι
σαν πλοίο, που άγριος βοριάς το δέρνει, και το πηδάλιο ο καπετάνιος
πια νικημένο το 'χει αφήσει στις παρακλήσεις και στους θεούς του.[...]
Μα ο παντοκράτωρ πατέρας τότε κάλεσε μάρτυρες τους ουρανίους
κι αυτόν που τ' άρμα έδωσε, ότι, αν δεν προσφέρει βοήθεια, όλα
θ' αφανισθούνε με βαρειά μοίρα.[...]
Βροντά. Στο δεξί αυτί ζυγίζει τον κεραυνό του και τονε ρίχνει
τότε εναντίον του ηνιόχου, και την ψυχή του πήρε κι απ' τ' άρμα
τονε γκρεμίζει και με τις άγριες φωτιές τη φλογα περιορίζει.[...]
Και ο Φαέθων, ενώ η φλόγα την ξανθή κόμη τού αφανίζει,
μ' ορμή κυλιέται κι έτσι χαράζει μεσ' στον αέρα τροχιά μεγάλη.[...]
Μακριά ετούτον απ' την πατρίδα τον υπεδέχθη σε ξένη χώρα
ο Ηριδανός κι έλουσε το καπνισμένο του πρόσωπό του.
Οι ναϊάδες της Εσπερίας από την τρίγλωσση φωτιά το σώμα
το καπνισμένο δίνουν στον τάφο κι αυτούς τους στίχους γράφουν στην πέτρα:
ΕΔΩ Ο ΦΑΕΘΩΝ ΚΕΙΤΑΙ. ΣΤΟ ΑΡΜΑ ΤΟ ΠΑΤΡΙΚΟ ΤΟΥ ΑΡΜΑΤΗΛΑΤΗΣ ΚΙ ΑΝ ΔΕΝ ΤΟ ΚΡΑΤΗΣΕ. ΕΞΕΠΕΣΕ ΟΜΩΣ ΑΥΤΟΣ ΜΕΓΑΛΑ ΑΠΟΤΟΛΜΩΝΤΑΣ

(Αντιγράφω και στα Λατινικά την φράση:
HIC SITUS EST PHAETHON CURRUS AURIGA PATERNI
QUEM SI NON TENUIT MAGNIS TAMEN EXCIDIT AUSIS
)

(ΟΔΙΔΙΟΥ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ: Με Έμμετρη Απόδοση Στη Νέα Ελληνική Από Τον Θεόδωρο Τσοχαλή - ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΑΘΗΝΑ 2009  Βιβλίο ΙΙ) Ο πολύτιμος τόμος έχει πλήθος σπουδαίων εικονογραφήσεων)


 Δύο εικόνες από την εικονογράφηση του βιβλίου 

Έντρομος βλέπει σκόρπια σπαρμένες εις τα ουράνια, κατάστικτα όντας,
τις τερατώδεις μορφές αστέρων και πελωρίων θεριών εικόνες...









Εκτός από τον Οβίδιο κι ο Κ. Π. Καβάφης έγραψε ένα ποίημα για τον θρήνο των αδελφών του Φαέθοντα.

Τα δάκρυα των αδελφών του Φαέθοντος

Ως φως εν ύλη, ως διαφανής
χρυσός ο ήλεκτρος είναι ο τιμαλφής. —
Ότε απαίσιος δύναμις εμμανής,
φθονούσα τον Φαέθοντα, εκ κορυφής

τον κατεκρήμνισε των ουρανών,
αι αδελφαί του ήλθον μελανείμονες
εις το υγρόν του μνήμα, τον Ηριδανόν,
κι ημέραν, νύκτα έκλαιον αι τλήμονες.

Κι εθρήνουν μετ’ αυτών όλ’ οι θνητοί
την ματαιότητα ονείρων υψηλών.
Ω τύχη άσπλαχνος, ω μοίρα μισητή,
έπεσε ο Φαέθων εκ των νεφελών!

Εντός των ταπεινών μας εστιών
ας ζήσομεν ολιγαρκείς και ποταποί·
εκβάλομεν τους πόθους εκ των καρδιών,
ας παύσει πάσα προς τον ουρανόν ροπή.

Έκλαιον πάντοτε αι δυστυχείς,
έκλαιον του Φαέθοντος αι αδελφαί,
κι επί εκάστης του Ηριδανού πτυχής
αντανεκλώντο αι ωχραί αυτών μορφαί.

Εν άκρα συγκινήσει τα σεπτά
δάκρυα των νυμφών εδέχετο η γη
και εθησαύριζεν. Ως δ’ έγιναν επτά
ημέραι, κι η ογδόη έλαμψεν αυγή,

εις αιωνίαν παρεδόθησαν
στιλπνότητα τα κλαύματά των τα πολλά
κι εις ήλεκτρον λαμπρόν μετεμορφώθησαν.
Ω λίθε εκλεκτέ! ω δάκρυα καλά!

Θρήνος γενναίος, θρήνος ζηλευτός,
μεστός αγάπης και μεστός μαρμαρυγής —
τίμιαι αδελφαί, με δάκρυα φωτός
εκλάψατε τον κάλλιστον νέον της γης.

                                            (1897)

Κ.Π.Καβάφης:Ποιήματα εν όλω (Αποκηρυγμένα) εκδ. ΜΟΝΤΕΡΝΟΙ ΚΑΙΡΟΙ σσ.321-322