Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2020

Ταξιδιώτες

 Σε όλους αρέσουν τα ταξίδια. Από παλιά οι άνθρωποι ταξίδευαν είτε με τα πόδια, είτε με άλογα, με άμαξες, με τρένα και σήμερα με αυτοκίνητα και αεροπλάνα. Έψαξα και βρήκα κάποια λογοτεχνικά έργα που παρουσιάζουν με τον δικό τους τρόπο ταξίδια με τρένα. Οι μεταφράσεις των ξένων λογοτεχνικών έργων είναι δικές μου. Συνοδεύονται και με κάποια μουσικά κομμάτια που ένιωσα να ταιριάζουν.

Night Train, ζωγράφος Lionel Walden (1861-1933)


 Richard Theze: Ταξιδιώτης  (αποσπάσματα)

Έχω ενταχθεί στις τάξεις
Εκείνων που αρχειοθετούν
Κάποια απόσταση στην δουλειά
Με το τρένο 
...
Από το προάστιο στην πόλη (και πίσω)
Με πολύ πρωινή έγερση για να χαιρετήσω τον ψυχρό αέρα
Και τα πουλιά, στην γραμμή και στα καλώδια
Που, με την σειρά τους δικτυώνονται,
Χαιρετούν την ημέρα
Με τραγουδιστά τιτιβίσματα

...

Εδώ, ο παλιός σταθμός, χωρίς ανθρώπους
Καλυμμένος με σανίδες,  κάποτε ευημερούσε, πριν
Την έλευση του μηχανήματος εισιτηρίων.



Ο Ντβόρζακ ήταν πολύ κοσμογυρισμένος. Του άρεσαν τα ταξίδια και είχε επισκεφθεί αρκετά μέρη στην Ευρώπη και στην Αμερική. Έγραψε έναν κύκλο οκτώ κομματιών για σόλο πιάνο  με τον τίτλο Humoresques έργο 101. Το πιο γνωστό και με πολλές διασκευές είναι το υπ' αριθμόν επτά (7). Στο βίντεο που ακολουθεί είναι όλος ο κύκλος και στα σχόλια του βίντεο μπορείτε να βρείτε το έβδομο.

Dvorak: Humoresques op 101

Ακολουθεί μια πολύ όμορφη διασκευή του έβδομου κομματιού σε τζαζ ύφος

Humoresque jazz
*
*
*
Πωλ Θερού: Το παλιό εξπρές της Παταγονίας (απόσπασμα)

Κι όμως ένας από μας μέσα στον υπόγειο σιδηρόδρομο ήταν φανερό πως δεν πήγαινε στην δουλειά του. Το καταλάβαινες αμέσως απ’ το μέγεθος της αποσκευής του. Και πάντα μπορείς ν’ αναγνωρίσεις έναν φυγάδα από την αναστατωμένη και περιπλανώμενη έκφραση της αυταρέσκειας’ είναι εμφανές το μυστικό που έχει στο στόμα του - φαίνεται σαν να είναι έτοιμος να σπάσει μια φυσαλίδα.
 
Το βίντεο τους Τσαρλς Μίνγκους που ακολουθεί  δίνει την αίσθηση του τροχασμού του τρένου, τον ήχο της κόρνας του και τον σταθερό ταχύ ρυθμό του

Charles Mingus - Wham Bam Thank You Ma'am
*
*
*
Άζη Γουζίου, Μια Αλλόκοτη Βόλτα (απόσπασμα από το διήγημά μου) 

.Οι θύρες έκλεισαν. Οι επιβάτες που κατέβηκαν έφυγαν βιαστικά απ’ το σταθμό σε διάφορες κατευθύνσεις.Το τρένο ξεκίνησε και στην πλατφόρμα έμεινε μόνη της. Αυτή ήταν η πιο μαγική στιγμή για τη Νίκη. Αυτή τη στιγμή περίμενε τόση ώρα. Να βρίσκεται στην αποβάθρα σαν υποψήφια ταξιδιώτισσα και τελικά να μην μπαίνει μέσα. Να παρατηρεί μόνο όλους τους ταξιδιώτες κι εκείνοι να νομίζουν ότι είναι μια ταξιδιώτισσα κι αυτή. Είχε μια περίεργη χαρά μέσα της που τους εξαπατούσε. Όλοι εκεί, έχουν μια κρυφή, κοινή συμφωνία: να συνταξιδέψουν με τον συρμό που περιμένουν. Κι όμως, η Νίκη πρόδωσε την άτυπη συμφωνία τους και τους παράτησε. ‘Εμεινε έξω με την θέλησή της. Κάποιοι την κοίταξαν με απορία που δεν μπήκε μέσα στο βαγόνι. Και κάποιοι, μόλις ξεκίνησε το τρένο, την κοίταζαν απ’ τα παράθυρα με συμπόνοια που δεν το πρόλαβε. Έφυγε το τρένο. Έρημος ο σταθμός. Η βουή του συρμού είχε αρχίσει να χάνεται κι οι ράγες κάτω να περιμένουν το επόμενο τρένο...


Jan Garbarek - Twelve Moons

*
*
*
Μεσάνυχτα στον Μεγάλο Δυτικό, Τόμας Χάρντυ (αποσπάσματα)

Σε μια θέση τρίτης θέσης καθόταν το αγόρι που ταξίδευε
Και η λιπαρή φλόγα της λάμπας οροφής
Έπαιζε πάνω στην αδιάφορη φόρμα του και στο πρόσωπό του
Τυλιγμένο το παρελθόν του γνωρίζοντας σε τι πήγαινε
Ή από πού ερχόταν 
.....
Στην λωρίδα του καπέλου του το αγόρι που ταξίδευε
Είχε κολλήσει ένα εισιτήριο’ κι από ένα σκοινί 
Γύρω στον λαιμό του κρεμόταν ένα κλειδί του κουτιού του
Που στραφτάλιζε απ’ τις αχτίνες της θλιβερής λάμπας
Σαν ένα ζωντανό πράγμα


Loreena McKennitt - All Souls Night

*
*
*
 Μανόλης Αναγνωστάκης: Κάτω απ’ τις ράγες

Κάτω απ’ τις ράγες του τρένου
Κάτω από τις γραμμές του βιβλίου 
Κάτω από τα βήματα των στρατιωτών
Όταν όλα περάσουν — πάντα σε περιμένω. 
Πέρασαν από τότε πολλά τρένα 
Κι άλλα πολλά βιβλία θα διαβαστούν 
Κι άλλοι στρατιώτες το ίδιο θα πεθάνουν.
Κάτω από καθετί που σου σκεπάζει τη ζωή
Όταν όλα περάσουν— 
Σε περιμένω


Schubert, Death and the Maiden
*
*
*
Ανδρέας Εμπειρίκος: Θα περιμένουμε

Θα περιμένουμε μην τυχόν περάσει
Το τραίνο μας με το πολύτιμο φορτίο
Το τραίνο μιας άλλης ώρας
Μιας άλλης χώρας που σύνορα δεν έχει.
Θα περιμένουμε μην τυχόν περάσει
Το τραίνο που δεν μπορεί μια και ξεκίνησε να σταματήσει
Τώρα σε σήραγγα μπορεί να βρίσκεται
Μπορεί να βρίσκεται σε δύσκολο βουνό
Ίσως σε κάμπο με πλημμύρα
Σε τόπο που νά’ ναι μεσημέρι
Ή σ’ άλλον που νά’ ναι βράδυ
Μα θα περάσει.
Κι εμείς θα περιμένουμε
Γιατί δεν είναι δυνατό να δεσμευθεί
Δεν είναι δυνατόν να σπάσει
Να κουραστεί σε στέππες και σε πάμπες
Και σ’ επικίνδυνες ανηφοριές
Το τραίνο μας, που σίγουρα θα φτάσει.
Θα περιμένουμε λοιπόν ακόμα,
Σήμερα κι αύριο και μεθαύριο
Θα περιμένουμε το τραίνο πάντα
Γιατί δεν είναι δυνατόν να μην περάσει.



Chet Baker - Tenderly
*
*
*
ΠΗΓΕΣ
Wikipedia
Lifo
Poem Hunter
Telegraph
BBC

Σάββατο 24 Μαΐου 2014

Η Γιαγιά

Περίμενα υπομονετικά έξω από ένα εκλογικό τμήμα να έλθει η σειρά μου να ψηφίσω. Δεν θυμάμαι ποια χρονιά ήταν, πάντως είχαμε βουλευτικές εκλογές, τότε που το ΠΑΣΟΚ το διαφέντευε ο ΓΑΠ ή Γιωργάκης και που ο Βενιζέλος ήταν ακόμη τσιράκι του. Ήλθε, λοιπόν, υποβασταζόμενη απ’ την κόρη της μια ηλικιωμένη κυρία για να ψηφίσει. Η ηλικία της δικαιολογούσε την αποχή, αλλά προφανώς η γιαγιούλα (όπως αποδείχτηκε) ήθελε να ψηφίσει κι η κόρη της δεν την απέτρεψε.
Όπως ήταν φυσικό, η δικαστική αντιπρόσωπος, βλέποντας την ηλικιωμένη κυρία, την πέρασε εκτός σειράς και κανείς, βέβαια, δεν διαμαρτυρήθηκε. Η γιαγιούλα, ένιωσε ανασφάλεια όταν έπρεπε να πάρει τα ψηφοδέλτια και να πάει στο παραβάν. Η κόρη της ζήτησε απ’ την δικαστική αντιπρόσωπο να βοηθήσει την μητέρα της, όπως είναι ο κανονισμός και βέβαια η ΔΑ ανταποκρίθηκε πρόθυμα. Πήρε στο ένα χέρι της τα ψηφοδέλτια και τον φάκελο, και με το άλλο υποβάσταζε την γιαγιούλα προχωρώντας μαζί της στο παραβάν. Η γιαγιούλα όλο κι έχανε το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια της, να ζητάει την κόρη της να μπει μαζί τους, η οποία να της λέει:
-Μα σου εξήγησα ότι δεν θα μπω μαζί σου την κρίσιμη στιγμή της επιλογής του ψηφοδελτίου.
Η ΔΑ με ευγένεια την καθησύχαζε ότι έτσι πρέπει να γίνει, να πάνε μαζί στο παραβάν.
Όλοι εμείς παρακολουθούσαμε με ενδιαφέρον την εξέλιξη, αν και κάποιοι δυσανασχετούσαν για την καθυστέρηση της ροής της ψηφοφορίας εξ αιτίας μιας γιαγιάς.
Με τα πολλά μπήκαν στο παραβάν η γιαγιά με την δικαστική αντιπρόσωπο.
Ακουγόταν χαμηλόφωνα η ΔΑ να ρωτάει:
-Ποιο κόμμα θέλετε;
Η γιαγιά (όπως καταλάβαμε) έβγαλε απ’ την τσέπη της ένα ψηφοδέλτιο, διπλωμένο και της το έδωσε λέγοντας:
-Αυτό!
Όπως είναι το σωστό, η ΔΑ άνοιξε το διπλωμένο χαρτί και ρώτησε την γιαγιά, για να βεβαιωθεί ότι η επιλογή είναι της εκλογέως, χαμηλόφωνα μεν αλλά εμείς παρ’ όλα αυτά ακούγαμε, διότι το “χαμηλόφωνα” ήταν μόνο για τ’ αυτιά της γιαγιάς
-Θέλετε το ΠΑΣΟΚ;
Κι η γιαγιά απάντησε:
-Δεν ξέρω ΠΑΣΟΚ. Ξέρω αυτόν που μου χαμογελάει κάθε μέρα στην τηλεόραση. Αυτόν θέλω.


Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

ΘΥΜΑΜΑΙ


Θυμάμαι τότε που πίστεψα ότι η φιλία μας ήταν αγνή κι αμοιβαία. Ήταν τότε που λαχταρούσα να σου μιλήσω, να σε δω, να επικοινωνήσω. Σου έδινα το μέσα της ψυχής μου, έτσι γυμνό κι ατόφιο όπως τόνιωθα κρυμένο γιατί ήθελα να δεις αυτό που δεν έβλεπε κανείς άλλος. Νόμιζα ότι κι εσύ έτσι σκεπτόσουν, ότι αυτό που μου έδινες ήταν η δική σου γυμνή ψυχή, που σαν εύθραυστο κρύσταλλο την λογάριαζα και την πρόσεχα.
Θυμάμαι που σε κύττταζα στα μάτια και νόμιζα ότι αυτό που έβλεπα ήταν η αλήθεια σου, η φιλία σου κι η ευθύτητά σου. Όταν το αδιόρατο μειδίαμα, η φευγαλέα σκιά που πέρναγε και δεν ήθελα να πιστέψω, θυμάμαι που σε ρώταγα τι σε απασχολούσε κι άλλαζες συζήτηση. Χαμογελούσες και μούλεγες ότι κάποιος πόνος στην πλάτη  σε αποσπούσε. Συνέχιζα να σε κυτττάω στα μάτια, να σου μιλάω ρουφώντας το βλέμμα σου και το άρωμα των μαλλιών σου. Με μια βαθιά ανάσα έδιωχνες την σκοτεινιά σου κι εγώ ησύχαζα.
Θυμάμαι πόσο ήθελα να σε συναντήσω όταν με κυρίευε παγωνιά κι ανασφάλεια γιατί εσύ πάντα είχες τον τρόπο να με καθησυχάσεις και με αγάπη να μου πεις  ότι κι αυτό θα περάσει κι η Ανατολή θα έλθει αύριο σίγουρα.
Θυμάμαι κι εκείνη τη φορά που ένα δάκρυ μου κύλησε στο μάγουλο και τρυφερά το σκούπισες με τα δάχτυλά σου, κι ενιωσα την ζεστή παλάμη σου στο δέρμα μου να  δηλώνει πίστη κι αγάπη, συμπόνοια κι άδολη φιλία.
Θυμάμαι τα μονοπάτια που περπατούσαμε μαζί, με συντροφιά τις λέξεις μας που ακούγονταν σαν ήχοι χρυσοί από φλάουτα μαγεμένα ώσπου άρχισαν να βουίζουν στ’ αυτιά μου σαν απόμακροι κρότοι πολέμου που δεν ήθελα να πιστέψω.
Θυμάμαι εκείνη τη μοιραία στιγμή που ένιωσα ότι εσύ με χρησιμοποίησες, με εξαγόραζες χωρίς να το καταλαβαίνω. Τα ρυάκια της ύπαρξής μου άρχισαν να ξεχειλίζουν, οι φωνές μέσα μου έγιναν κραυγές λαβωμένου ζώου μέχρι που έγιναν βογκητά. Ένα πελώριο κύμα αόρατης απειλής άρχισε να με καλύπτει και θυμάμαι ότι ήθελα να πιαστώ από κάπου να σωθώ, να μην πνιγώ μέσα στο ίδιο μου το κέλυφος. Δεν υπήρχε τίποτε παρά μόνο εσύ που συνέχιζες να με κυτττάς παίζοντας ακόμη θέατρο. Δεν είχες καταλάβει ότι ήξερα το παιχνίδι σου πλέον. Σε άφηνα να κατρακυλάς τον κατήφορο  που είχες επιλέξει για δρόμο σου.
Θυμάμαι ότι μέσα μου πονούσα που τώρα το θέατρο το έπαιζα εγώ, που σούδινα μια ψεύτρα ψυχή και πίστη. Μέσα μου ήθελα κι εσύ να πονέσεις πιο πολύ και είχα την ανύπαρκτη ελπίδα ότι θα  σταματήσεις τον κατήφορο και με δυσκολία θ’ ανέβεις πάλι στην κορφή που φύλαγα για σένα.
Εσύ, όμως, συνέχιζες να κατρακυλάς όλο και πιο γρήγορα και να με ματώνεις, να με κυττάς σαν ερπετό που σέρνεται. Τότε με μανία σε δάγκωσα κι έσταξα το δηλητήριό μου στο αίμα σου αφήνοντας τα σημάδια μου πάνω στο δέρμα σου ώσπου κάτω κι οι δυο ατενίζοντας τον ουρανό αφήσαμε το μίσος να νικήσει και να σκοτώσουμε την φιλία μας.

Άζη Γουζίου